Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2021

«Τρεις εχθροί πολεμούν το ανθρώπινο γένος» ΙΩΣΗΦ ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ

 

«Τρεις εχθροί πολεμούν το ανθρώπινο γένος»


01.09.2020

«Γιατί τρεις εχθροί πολεμούν το ανθρώπινο γένος• οι δαίμονες, η ίδια η φύση μας και η συνήθεια. Εκτός απ’ αυτά άλλος πόλεμος δεν υπάρχει.

Αν λοιπόν αφαιρέσεις τον δαίμονα, που τυραννεί όλη την ανθρωπότητα, τότε θα είμαστε όλοι καλοί. Να σε ποιόν πρέπει να δώσεις το άδικο. Αυτόν να μισήσεις, να κατακρίνεις και μέχρι τέλους να τον έχεις εχθρό.

Ο άλλος εχθρός είπαμε ότι είναι η φύση, που, από τη στιγμή που ο άνθρωπος καταλάβει τον κόσμο, αυτή αντιτάσσεται στο νόμο του πνεύματος, και ζητεί ό,τι είναι για την απώλεια της ψυχής. Να και ο άλλος εχθρός, που είναι άξιος μίσους εφ’ όρου ζωής. Αυτόν πρέπει να κατακρίνεις, να κατηγορείς.

Έχουμε και τον τρίτο εχθρό, τη συνήθεια· συνηθίζοντας να πράττουμε κάθε είδος κακίας γίνεται σε μας έξη και γίνεται δεύτερη φύση και κατέχει ως νόμο την αμαρτία. Και απαιτείται αντίστοιχος αγώνας για να λάβουμε θείαν αλλοίωση και απαλλαγή. Να λοιπόν, και ο τρίτος εχθρός, που είναι άξιος μίσους τελείου.

Εάν θέλεις λοιπόν ο πλησίον σου να είναι σε όλα καλός, όπως σου αρέσει, αφαίρεσέ του τους τρεις αυτούς εχθρούς με τη χάρη που έχεις. Αυτό είναι το δίκαιο, αν ζητάς να το βρεις: Να κάνεις ευχή στο Θεό να τον απαλλάξει από αυτούς τους εχθρούς. Και τότε θα είσαστε σύμφωνοι.

Αν δε και ζητήσεις διαφορετικά να βρεις το δίκαιο, θα είσαι πάντοτε άδικος, και επομένως η χάρη είναι ανάγκη να πηγαίνει – να έρχεται, μέχρις ότου βρει ανάπαυση στη ψυχή σου. Διότι, τόση χάρη δικαιούται να έχει ο άνθρωπος, όσο πειρασμό ευχαρίστως υπομένει, όσο βάρος του πλησίον του αγογγύστως βαστάζει.

Λοιπόν τα προηγούμενα γράμματα που σου έστειλα περιείχαν την «πράξη». Αυτό που έγραψα τώρα περιέχει τον «φωτισμό». Από την πράξη λαμβάνει ο άνθρωπος φωτισμό γνώσεως. Διότι η πράξη είναι τυφλή και ο φωτισμός είναι οι οφθαλμοί, με τους οποίους βλέπει ο νους εκείνο που δεν το έβλεπε πρώτα.

Τώρα λοιπόν έχει λυχνάρι και μάτια και βλέπει αλλιώς τα πράγματα. Πρώτα ήταν η χάρις της πράξεως, άλλα τώρα έλαβε δεκαπλάσια χάρη. Τώρα έγινε ο νους ουρανός. Βλέπει μακριά. Έχει χωρητικότητα περισσότερη από την προηγούμενη. Τώρα του λείπει η θεωρία.»

(«Έκφρασις Μοναχικής Εμπειρίας», Εκδ, Ι.Μ.Φιλοθέου, Άγ. Όρος-Αποσπάσματα σε Νεοελληνική Απόδοση)

Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2021

Η επιστροφή του νου στην καρδία, κατά τη διδασκαλία του Οσίου Ιωσήφ του Ησυχαστού




Ο μεγαλύτερος πόλεμος που γίνεται σε κάθε αγωνιζόμενο Χριστιανό είναι ο μετεωρισμός. Παίρνει ο διάβολος το νου μας και τον περιτριγυρίζει όπου αυτός θέλει και ενσπείρει στην καρδία μας, πονηρούς λογισμούς και μολύνει την ψυχήν μας. Από εδώ αρχίζει η ασθένεια της ψυχής. Οι μάταιοι λογισμοί είναι η μεγαλύτερη ταλαιπωρία του συγχρόνου ανθρώπου.

Το καλύτερο μέσον αντιμετωπίσεως του μετεωρισμού είναι να αποκρούει κανείς τον μετεωρισμό στο πρώτο στάδιο, που είναι η προσβολή. Τότε η δύναμις του κακού είναι ακόμη μικρή και μπορούμε να την αποδιώξουμε εύκολα. Η απομάκρυνση της προσβολής του πειρασμού γίνεται διά της νήψεως και της ευχής: Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με.
«Νήψις» σημαίνει: προσοχή και επαγρύπνηση και φυλακή του νου, για να διατηρείται ο οίκος της ψυχής καθαρός. Με αυτό τον τρόπο αποδιώκεται η προσβολή και η ψυχή δεν μολύνεται και επομένως δεν έχει ευθύνη, δεν λογίζεται ως αμαρτία. Απομακρύνεται, κατά τους φιλοκαλικούς Πατέρες το «δαιμόνιον ίνδαλμα», που προβάλλει ηδονικά στη φαντασία, και η ψυχή μένει ελεύθερη, για να εισέλθει ο νους, ο οποίος είναι η ευγενεστέρα αίσθηση της ψυχής, στο βάθος αυτής και να αναπαύεται και να ησυχάζει εκεί, μνημονεύοντας το όνομα του Ιησού Χριστού.

Διά του εγκλεισμού του νου στο βάθος της ψυχής και διά της ενεργείας της ευχής, η οποία λέγεται αυτομάτως μέσα στην καρδία, αποφεύγεται ο μετεωρισμός του, ο οποίος είναι μια περιπλάνηση του νου διά της φαντασίας σε πρόσωπα και πράγματα, τα οποία μας μολύνουν.

Ο μετεωρισμός είναι η πρώτη και η μεγαλύτερη ασθένεια της ψυχής και ο εγκλεισμός το μεγαλύτερο και αποτελεσματικότερο φάρμακο για την υγεία της ψυχής.

Τον άνθρωπο που αποδιώκει από την αρχή την προσβολή του πονηρού λογισμού τον τρέμουν οι δαίμονες. Διά τούτο και ξεσηκώνουν πολλούς πειρασμούς και πολέμους, για να σταματήσουν αυτό το άγιο έργο.

Τον Γέροντα Ιωσήφ τον πολέμησαν τα δαιμόνια πολύ σκληρά. Πάλευε στήθος προς στήθος, όχι μόνον με ένα δαιμόνιο, αλλά με λεγεώνες. Επειδή εκ φύσεως είχε θάρρος και τόλμη, ο Στρατηγός εκείνος που είδε στο όραμα, τον έφερε να πολεμήσει στην πρώτη γραμμή. Παρατάχθηκε απέναντι από τις γραμμές των δαιμόνων και πάλευε γενναία. Τα παλαίσματά του με τα δαιμόνια μας θυμίζουν τον Μέγα Αντώνιο και άλλους παλαιούς ασκητές.

Δύο ήσαν οι αιτίες που πολέμησαν τόσον πολύ τον Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή τα δαιμόνια.

Πρώτον, διότι χτύπησε τον πονηρό λογισμό στην προσβολή και δεν τον άφησε να εισέλθει στη ψυχή του, για να την μολύνει μέ τις συγκαταθέσεις των λογισμών.

Δεύτερον, διότι διά του εγκλεισμού του νου στο βάθος της καρδίας του επέτυχε την καθαρότητα της ψυχής του και απέκτησε την οσιότητα.

Περί του πολέμου αυτού του διαβόλου γράφει σχετικά ο Γέρων Ιωσήφ ο Βατοπαιδινός: «Ο άρχοντας του κακού και επίβουλος της σωτηρίας μας χρησιμοποιεί τους τόπους, τα μέρη, τα μέλη, τα πρόσωπα, τα πράγματα, τα εσωτερικά, τα εξωτερικά, τα τριγύρω και ό,τι άλλο μπορεί κανείς να σκεφθεί».

Τα στρέφει όλα εναντίον μας, για να μειώσει την πίστη μας και να διαψεύσει τις ελπίδες μας. Κυρίως όμως επιτίθεται με λυσσώδη μανία εναντίον αυτών που πρόκοψαν στην εργασία της καρδιάς και του νου». Και σε άλλο σημείο συμπεραίνει περί του πολέμου αυτού: «Όσο η θεία χάρις αυξάνει την παρουσία της εις τον αγωνιστή, τόσον οι πειρασμοί πληθαίνουν και είναι κατά την ένταση ανάλογοι προς την κατάσταση αυτή».

Ομοφώνως η ασκητική πείρα βεβαιώνει ότι μετά την φλογερή και καρποφόρα προσευχή επακολουθεί λυσσώδης πόλεμος των δαιμόνων. Ο όσιος Μάρκος ο ασκητής στο λόγο του «περί των οιομένων εξ έργων δικαιούσθαι» σημειώνει χαρακτηριστικά: «Όταν ίδη ο διάβολος, ότι ο νους εκ καρδίας προσηύξατο, τότε μεγάλους και κακότεχνους πειρασμούς επιφέρει».

Ας τολμήσουμε να πούμε και τρίτο λόγο: Διέ­βλεψε, εν τινι μέτρω, και τον καρπό που θα προήρχετο από τον εγκλεισμό αυτόν τα ευώδη άνθη των αρετών του και τα φυτώρια των μοναστικών αδελφοτήτων που μεταφυτεύθηκαν στο Άγιον Όρος, αλλά και στα πέρατα του κόσμου, την Αμερική και τον Καναδά.

(«Πνευματικαί εμπειρίαι Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού», Ι.Μ. Καρακάλλου, Αγ. Όρος)

Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης: Μόλις ανοίξουν τα μάτια μας, την ώρα που θα ξυπνήσουμε, αμέσως την ευχή, το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με»


Αποτέλεσμα εικόνας για εφραιμ φιλοθειτησ

*Από το βιβλίο: «Η Τέχνη της Σωτηρίας (Τόμος Α’) – Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτου»

…Προσοχή από την στιγμή που θα ξυπνήσει από τον ύπνο ο άνθρωπος. Επειδή είπαμε ότι ο διάβολος παρακολουθεί και γνωρίζει καλά τον σκοπό ότι «θα σηκωθώ για προσευχή», κι αυτός είναι προηγουμένως ετοιμασμένος και «σηκωμένος», για να το πούμε έτσι. Μόλις σηκωθώ, θα μου βάλει λογισμούς· θα μου φέρει εικόνες από τα διάφορα πράγματα της ζωής, ώστε να μου δώσει την πρώτη δόση, για να αρχίσει ο νους να θολώνει από εικόνες, να μην είναι πέρα για πέρα καθαρός, για να καθίσει να ξεκινήσει αυτήν την πρακτική μέθοδο της προσευχής.

Γι’ αυτό χρειάζεται μόλις ανοίξουν τα μάτια μας, την ώρα που θα ξυπνήσουμε, αμέσως το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με» με το στόμα, πολύ σιγανά, ώστε να προκαταλάβουμε τον διάβολο να μη μας βάλει αυτός την δική του προσευχή, η οποία είναι η όλη κακία του. Και αφού αρχίσουμε σιγά-σιγά και απαλά «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με», αμέσως πηγαίνουμε, νίπτουμε το πρόσωπο – δροσίζεται, ξεκουράζεται ο νους και ξυπνάει – βάζουμε κάτι στο στόμα για ενίσχυση, λίγο νεράκι ή κάτι άλλο κι αμέσως προσεκτικά λέμε το Τρισάγιο και το Σύμβολο της Πίστεως, την δόξα της Ορθοδοξίας.

Πριν κάνουμε τίποτα άλλο, αμέσως κάθισμα στο σκαμνάκι και αρχίζουμε την μελέτη της αναχωρήσεως. «Ποιον αγώνα έχει η ψυχή χωριζόμενη του σώματος!». Πόσον δακρύει η ψυχή τότε σκεπτόμενη ότι μετά την έξοδο την περιμένει το Κριτήριο του Θεού και ποία η προετοιμασία της; Βέβαια αυτά και τα υπόλοιπα δεν πρέπει να δημιουργήσουν εικόνες, αλλά μόνον λόγια και ο νους να παρακολουθεί την έννοια αυτών των σκέψεων. Και αφού σε λίγα λεπτά έλθει μία κατανυκτική, πενθική κατάσταση, κατόπιν αμέσως να αρχίσει η τοποθέτηση επί της μεθόδου της προσευχής.

Ο νους να διώξει κάθε μελέτη και σκέψη και να οδηγήσει τον εαυτό του, εκεί που θα αρχίσει η αναπνοή, η συγκρατημένη αναπνοή -όχι κατά φυσιολογικό τρόπο- άλλα κάπως συγκρατημένα. Έτσι με την εισπνοή και το σπρώξιμο του προς την καρδιά, να λέμε μια φορά την προσευχή εκπνέοντας τον αέρα. Ο νους θα μένει στην καρδιά και θα λέμε και πάλι μια ευχή. Εισπνέοντας και εκπνέοντας το όνομα του Χριστού ο νους θα στέκει προσεκτικώτατος! Θα κρατάει τον εαυτό του στην καρδιά, με τα μάτια ανοιχτά, μην τυχόν παρουσιασθεί καμία εικόνα…

… Και όταν γίνει κάτι τέτοιο, τότε είναι όπως συναντώνται δύο πρόσωπα που έχουν χωρισθεί πολλά χρόνια και σε δύο διαφορετικές ηπείρους· και στην συνάντηση αυτή, από την αγάπη που έχουν, καταλήγουν σε δάκρυα πολλά, σε μια εκδήλωση που φανερώνει την αγάπη και το «λειώσιμο» της καρδιάς…

Ιωσήφ Ησυχαστής Ταινία (3/3) GR

Αυτομεμψία και Καύχηση στα κείμενα του Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού.( Μητρ. Χαλεπίου Παύλου Yazigi) Α΄ ΜΕΡΟΣ


(Απόσπασμα Ομιλίας Στο Β’ Διορθόδοξο Επιστημονικό Συνέδριο Με Θέμα: ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΙΩΣΗΦ Ο ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ – ΦΙΛΟΚΑΛΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ
Που Διοργάνωσαν Η Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού  Και Η  Ι. Μ. Μονή Βατοπαιδίου   Στο Ξενοδοχείο Miramare Λεμεσός, 21-23 Οκτωβρίου 2005)
ΑΥΤΟΜΕΜΨΙΑ ΚΑΙ ΚΑΥΧΗΣΗ
Αρχίζει η πορεία πρακτικά από την Αυτομεμψία! Δεν ήταν η «οίησις» η αρχή της αντίστροφης οδού, της απομακρύνσεως από την Θεία Χάρη, και η αιτία της πτώσεως του ανθρώπου και της εξόδου του από τον Παράδεισο;
Τον βοήθησε πολύ η ανατροφή του σε μία απλή και πιστή οικογένεια, και ύστερα η δουλειά του. Το παράδειγμα των μεγάλων ασκητών  και η ‘Καλοκαιρινή’ άσκησαν μεγάλη επίδραση στην ψυχή του, και από νωρίς αναζητούσε να εξασκηθεί στις αρετές τους, και αυτό ακολουθώντας τον σωστό τρόπο, δηλαδή την υποταγή σ’έναν σοφό ασκητή γέροντα. Δεχόταν κιόλας από την αρχή θείες αποκαλύψεις και θεωρίες  της Παναγίας και των αγίων. Αλλά τούτο δεν τον έριξε σε έπαρση, αλλά τον οδήγησε στο να μέμφεται τον εαυτόν του ως ανάξιος τόσες Χάριτας.
Επαναλαμβάνει ο Γέρων Ιωσήφ το ευαγγελικό ρητό για την επίμονη  αυταπάρνηση« ός δ’ άν απολέση την ψυχήν αυτού ένεκεν εμού ευρήσει αυτήν ». Είναι εντολή Κυρίου « να αρνείται κανείς τον εαυτόν του » και « να μισεί την εαυτού ψυχήν », ώστε να αποβάλλει τον « παλαιόν άνθρωπον » .
Αυτομεμψία είναι η «ζωοποιός νέκρωσις», η πνευματική μέθοδος δια της  οποίας ο άνθρωπος « ο απολέσας την  ψυχήν αυτού ένεκεν Χριστού ευρήσει αυτήν» .
Αυτή η προσπάθεια δεν σημαίνει κάποιες εξωτερικές και φαρισαϊκές εκδηλώσεις·«Να έχης μεγάλην ταπείνωσιν· όχι να περιφέρης λόγια αργά ταπεινολογίας, αλλά να γίνης σκουπίδι να σε πατάνε όλοι»  , έλεγε ο Γέροντας.
Αυτομεμψία προϋποθέτει μία καινούργια έννοια των προσωπικών  δικαιωμάτων· «όστις θελήσει να ζητήσει το δίκαιον, ας γνωρίζει ότι είναι αυτό· να  βαστάζει το βάρος του αδελφού, του πλησίον του, μέχρις εσχάτης πνοής»  , «ει δε και  ζητήσεις άλλως να εύρεις το δίκαιον, θα είσαι πάντοτε άδικος» , γράφει ο Γέροντας σε μία επιστολή του.
Η Αυτομεμψία δεν μπορεί να ευρίσκει κανένα άλλο άδικο ή να  τον κατηγορήσει εκτός από τα προσωπικά πάθη  . «Ευλόγησον» είναι η μοναδική  λέξη στο πνευματικό λεξιλόγιο του Γέροντος· «να λέγης στον καθένα· ευλόγησον!  και εις όλα παντού να υβρίζεις τον εαυτόν σου, και μη ζητείς ποτέ το δικαίωμα και το θέλημά σου»  .
Είναι φυσικός να σφάλει ο άνθρωπος, και επόμενο είναι να  συγχωρήσει ο Θεός, όμως μεσολαβεί η Αυτομεμψία. Όχι ως περιττά λόγια ή  ταπεινολογία, αλλά ως αρχή διαρκούς διά βίου μετανοίας. Έτσι φωνάζει ο προφήτης  Δαβίδ, όταν τον έλεγξε ο Νάθαν: « ημάρτηκα τω Κυρίω » . «Όθεν, γράφει ο Γέροντας,  βάζε μετάνοιαν συνεχώς, όταν σφάλης, και μη χάνης καιρόν. Καθότι, όσον αργείς  να ζητήσεις συγχώρησιν, τόσον δίδεις άδειαν εις τον πονηρόν να απλώνει μέσα σου  ρίζες. Μην τον αφήνεις να κάμει νεύρα εις βάρος σου. Λοιπόν μη απελπίζεσαι  πίπτων, αλ’ εγειρόμενος πρόθυμα βάζε μετάνοια λέγων· συγχώρησόν με, Χριστέ μου, άνθρωπος είμαι και ασθενής»  . Αυτομεμψία, σημειώνει ο Γέροντας, είναι «να  ποτίζεις την ψυχή σου όχι με τιμές και επαίνους, αλλά με ονειδισμούς και  κατηγορίες, ών ανεύθυνος»  , «χωρίς να σφάλεις να μετανοείς ότι έσφαλες. Εν επιγνώσει ψυχής· όχι απ’ έξω, δι’ έπαινον, να λέγεις πως έσφαλες και μέσα να  κατακρίνεις»

Η μέθοδος του Κυρίου δεν προβάλλει στον άνθρωπο τις νίκες για να μην  υπεραίρεται, τα δε πεσίματα τα φέρνει προ οφθαλμών του, να τα βλέπει, να πάσχει,  να ταπεινώνεται  . Αυτή είναι η καλύτερη μέθοδος για εκπαίδευση. Γι’ αυτό  λοιπόν, στην προσευχή, το κύριο μέλημα είναι να ζητήσουμε το έλεος του Θεού ,  και το κύριο όνομά μας είναι ‘δούλος’ Κυρίου

Ιστορίες για τον γέροντα Ιωσήφ, που καταγράφηκαν μόνο στην αγγλική έκδοση του βιβλίου «Ο Γέροντάς μου Ιωσήφ ο Ησυχαστής και Σπηλαιώτης»




Ο Γέροντας Ιωσήφ Ησυχαστής κοντά στο κελλί του
Αυτές οι ιστορίες δεν καταγράφηκαν σε καμία έκδοση του βίου του Αγίου Γέροντα Ιωσήφ, που συντάχθηκε από τον Γέροντα Εφραίμ Φιλοθείτη, εκτός από την αγγλική.
Η μητέρα του Φραγκίσκου (κοσμικό όνομα του Γέροντα Ιωσήφ) ήταν πολύ απλή γυναίκα. Όταν ο Φραγκίσκος ήταν ακόμα έφηβος, πήρε τη μητέρα του για πρώτη φορά στον κινηματογράφο. Όταν είδε στην οθόνη το δωμάτιο να καίγεται, σκεπτόμενη ότι αυτό συμβαίνει στην πραγματικότητα, φώναξε: «Φωτιά! Φωτιά!».
***
Μια φορά τη νύχτα, όταν ο πατήρ Ανατόλιος (δηλαδή ο πατήρ Αρσένιος) ήταν ακόμα στα Ιεροσόλυμα, είδε ένα όραμα στον ύπνο του, ότι ένας Άγγελος του έφερε ένα γράμμα. Το γράμμα αυτό φαινόταν να ήταν από τη μητέρα του, αλλά στην πραγματικότητα ήταν από την Παναγία. Το γράμμα έλεγε: «Παιδί Μου, εάν θέλεις να σωθείς, έλα στο Περιβόλι Μου, στο Άγιον Όρος».
***
Πέρασαν χρόνια πριν να έλθει η Θεία Χάρις στον πατέρα Αρσένιο. Αυτό πήρε πολύ καιρό, επειδή στην αρχή ο πατήρ Αρσένιος έπρεπε να εξοντώσει τα πάθη του, που βασίζονταν στις κακές συνήθειες του. Όμως, μια φορά, νύχτα, όταν πέρασαν οχτώ χρόνια, ο πατήρ Αρσένιος έπεσε στα πόδια του Γέροντα με δάκρυα: «Αχ, Γέροντα! Τι μου έδωσες σήμερα τη νύχτα με τις προσευχές σου; Ήμουν γεμάτος από φως, τόσο εσωτερικά όσο εξωτερικά. Ήρθε ο Χριστός και μου χαμογέλασε». Ακούγοντας αυτά, έκλαψε από χαρά και ο Γέροντας και είπε: «Αυτό είναι, Αρσένιε».
***
Μόνο μια φορά στη ζωή του ο Γέροντας Ιωσήφ δεν σηκώθηκε για την αγρυπνία. Μια φορά ο πατήρ Ανανίας του είπε:
– Γέροντα, υπάρχει σε όλο το Άγιον Όρος, ή κάπου αλλού, κάποιος που να προσηλώνεται με τόση προσοχή και σοβαρότητα στον ησυχασμό, τόσο στη θεωρία όσο και στην πράξη; Δεν νομίζω να υπάρχει. Είσαι μοναδικός.
Αμέσως σκανδαλίστηκε απ’ αυτό το κομπλιμέντο ο Γέροντας, και το πρόσωπό του πάγωσε από έκπληξη. Αλλά σ’ ένα λεπτό συνήλθε και αναφώνησε:
«Φύγε από μένα, Σατανά!» και χτυπώντας τον εαυτό του στον γοφό με όλη του τη δύναμη, ξαναείπε: «Ελέησόν με, Κύριέ μου!».
Ως επιτίμιο, την ερχόμενη νύχτα ο Κύριος του έστειλε τόσο μεγάλο νυσταγμό, που ο Γέροντας κοιμήθηκε όλη τη νύχτα μέχρι το πρωί κι έχασε την αγρυπνία του. Για ν’ αναπληρώσει τον μοναχικό κανόνα του, τον οποίο συνήθιζε να κάνει τη νύχτα, τον έκανε στη διάρκεια της ημέρα, αντί της δουλειάς.

    Ο Γέροντας ήξερε πόσο επικίνδυνοι είναι οι λογισμοί κενοδοξίας και μας προειδοποιούσε: «Μην επαινείτε ο ένας τον άλλον, όταν είναι παρών ο άλλος, τον οποίο επαινείτε»

Ύστερα, όταν κατάλαβε στην πράξη πόσο εύκολο είναι ν’ αποδεχθεί κανείς τους λογισμούς κενοδοξίας και πόσο μεγάλη είναι η ζημιά, έγραψε σε κάποιον:
«Να προσέχεις [...] Μην επαινείτε ο ένας τον άλλον, όταν είναι παρών ο άλλος, τον οποίο επαινείτε, γιατί εάν οι έπαινοι κάνουν ζημιά στους τέλειους, ακόμη πιο πολύ θα βλάψουν εσάς, τους αδύνατους».
***
Ο Γέροντας Ιωσήφ και ο πατήρ Αρσένιος, όταν έμεναν στη σκήτη του Αγίου Βασιλίου, έσκαψαν δύο τάφους για τους εαυτούς τους. Ήθελαν όρθιοι να προσεύχονται μέσα σ’ αυτούς τους τάφους. Ο Γέροντας Ιωσήφ, τότε, είπε στον πατέρα Ιωάννη:
– Εμείς με τον πατέρα Αρσένιο σκοπεύουμε να στεκόμαστε όρθιοι μέσα στους τάφους αυτούς και να προσευχόμαστε. Έχουμε αρκετά παξιμάδια, όμως θα χρειαστούμε και νερό. Θα μπορέσεις να μας φέρνεις λίγο νεράκι κάθε μέρα;
Και ο πατήρ Ιωάννης απάντησε:
– Για τι με έχετε; Γαϊδούρι είμαι;
– Αυτή είναι η ευγνωμοσύνη σου; – απάντησε ο πατήρ Ιωσήφ, απογοητευμένος.
***
Ο Γέροντας Ιωσήφ έμαθε στην εντέλεια την τέχνη να χαλιναγωγεί τον εαυτό του. Παρ’ όλο που κατά τη διάρκεια ακολουθιών στο εκκλησάκι είχε έντονες επισκέψεις της Θείας Χάριτος, μόνο δύο φορές στη ζωή του η Χάρις τον κατέκλυσε με τόση δύναμη, που δεν μπόρεσε να πει τον Χερουβικό Ύμνο.
***
Συνέβαινε μετά από μια ιδιαίτερα ευλογημένη αγρυπνία ο Γέροντας Ιωσήφ ν’ αναστενάζει και μετά με χαρούμενη φωνή να λέει ένα αυτοσχέδιο τραγουδάκι: «Τι με περιμένει σήμερα!».
– Τι εννοείτε, Γέροντα; – ρωτούσε ο πατήρ Εφραίμ Κατουνακιώτης.
– Στην πνευματική ζωή υπάρχει νόμος. Εάν ξαφνικά ζήσεις την άφθονη επίσκεψη της Θείας Χάριτος, ενώ βρίσκεσαι σε μια κανονική πνευματική κατάσταση, αυτό σημαίνει, ούτε λίγο ούτε πολύ, ότι πλησιάζει ο πειρασμός, ανάλογος με την ποσότητα της Χάριτος που δέχτηκες. Ο Θεός δεν δίνει τα γλυκίσματά Του δωρεάν. Πρέπει να τα πληρώσεις ακριβά. Αφού πριν δεν είχα αγώνα, αυτό το Θείο χάδι δεν ήταν ανταμοιβή για τους κόπους μου, αλλά ήταν προειδοποίηση για τον πειρασμό που πλησιάζει.
– Μα, Γέροντα, φτάσατε στη θέωση. Πώς μπορεί να συμβεί κάτι κακό σ’ εσάς;
– Θα δεις – έλεγε ο Γέροντας.

    Ο Γέροντας έλεγε: «Αφού πριν δεν είχα αγώνα, αυτό το Θείο χάδι δεν ήταν ανταμοιβή για τους κόπους μου, αλλά ήταν προειδοποίηση για τον πειρασμό που πλησιάζει»

Σε δύο μέρες, όταν ο πατήρ Εφραίμ γύρισε για να λειτουργήσει, ο Γέροντας, μάλλον, βρισκόταν σε μια τέτοια εκστατική διάθεση, που έλεγε ακόμη και αστεία. Ενώ βαθιά μέσα του, στην πραγματικότητα, ζούσε μια φοβερή κόλαση. Όταν ήθελε, μπορούσε να λέει τέτοια αστεία, που εμείς σχεδόν σκάγαμε απ’ τα γέλια.
Βλέποντας τον Γέροντα τόσο ευτυχισμένο, ο πατήρ Εφραίμ του είπε:
– Τι σας περιμένει; Χαρά και ευλογίες!
Και ο Γέροντας του αποκρίθηκε:
– Έλα εδώ – και πήγε τον πατέρα Εφραίμ σε άλλη μεριά, για να μην τον ακούσει κανένας άλλος. – Τώρα καταλαβαίνω τι πόνο νιώθουν οι δαιμονισμένες ψυχές. Εκεί βλέπω τον εχθρό των ψυχών μας, ο οποίος παρατηρεί, αν τα δηλητηριασμένα κοντάρια του έφτασαν στον στόχο τους. Όμως εγώ δεν σκοπεύω να δίνω ευχαρίστηση σ’ αυτό το κερασφόρο τέρας, με το να με βλέπει σε σύγχυση και σε θλίψη.
***
Κάποιες φορές εγώ [Γέρων Εφραίμ] δεν καταλάβαινα τον Γέροντα και αυτό οδηγούσε σε κωμικές καταστάσεις. Όταν ήμουν ακόμα δόκιμος, για να με προστατέψει από την επικοινωνία με τους κοσμικούς επισκέπτες μού είπε:
– Εάν δεις έναν κοσμικό, εξαφανίσου, τρέξε μακριά.
Μετά από κάποιον καιρό, ο Γέροντας με είδε όλο ιδρωμένο και λαχανιασμένο.
– Τι συνέβη, παιδί μου; – με ανησυχία με ρώτησε ο Γέροντας.
– Γέροντα – απάντησα, λαχανιασμένος – είδα να πλησιάζει ένας κοσμικός κι έτρεξα για να μη συναντηθώ μαζί του! Παραλίγο να πάθω έμφραγμα, τρέχοντας σ’ αυτούς τους απότομους δρόμους!
– Έλα, παιδί μου! Δεν ήταν δαίμονας, αλλά ένας απλός κοσμικός!
***
Μετά από μια λογομαχία με τον πατέρα Βαρθολομαίο, πάνω στο θέμα του ημερολογίου, ο Γέροντας Ιωσήφ γύρισε στο κελλί του να ξεκουραστεί, όμως ακόμα ήταν ανήσυχος. Μόλις μπήκε στο κελλί του, άκουσε να γρατζουνίζει κάποιος κάτω από τα ξύλα, πάνω στα οποία κοιμόταν. Όταν σήκωσε τα ξύλα για να δει, είδε έναν δαίμονα με κέρατα και ουρά!

    «Εσύ με κάλεσες – του απάντησε ο δαίμονας – όταν λογομαχούσες με θυμό»

Επειδή η ψυχή του Γέροντα ήταν γεμάτη από Χάρη, δεν φοβήθηκε ο Γέροντας. Όμως, με έκπληξη βέβαια, ρώτησε τον δαίμονα:
– Τι κάνεις εδώ;
– Εσύ με κάλεσες – του απάντησε ο δαίμονας – όταν έλεγες όλα εκείνα στον Βαρθολομαίο.
Ακούγοντάς το, σοκαρίστηκε και απογοητεύτηκε ο Γέροντας. Τότε είπε στον εαυτό του: «Λέγοντας εκείνα τα βαριά λόγια εναντίον των νεοημερολογητών, εγώ, μάλλον, βλασφήμησα την Εκκλησία του Θεού κι έτσι επέτρεψα στον δαίμονα να παρεισφρήσει. Μπορεί, άραγε, να είναι πιο κοντά στην αλήθεια από μας;».
Ο δαίμονας εξαφανίστηκε αμέσως μετά, όταν ο Γέροντας έκανε τον σταυρό του. Ύστερα, με πολλά δάκρυα άρχισε να προσεύχεται, για να του φανερωθεί η αλήθεια. Μετά από κάποιες ώρες προσευχής, κοιμήθηκε.
Ο Κύριος του έστειλε ένα όραμα στον ύπνο του, στο οποίο ο Γέροντας είδε τον εαυτό του πάνω σ’ ένα αποσπασμένο τμήμα του Αγίου Όρους, το οποίο έπλεε μέσα στη θάλασσα, κινδυνεύοντας από τα κύματα.
***
Εγώ [Γέρων Εφραίμ] είχα διακόνημα να μαγειρεύω τα κόλλυβα για μνημόσυνο, που κάναμε κάθε Σάββατο και τα πανηγύρια. Πριν πάω τα κόλλυβα στον ναό, τα δοκίμαζα, για να ελέγξω πόσο γλυκά ήταν. Ήμουν τόσο ηλίθιος, που δεν ήξερα ότι πρέπει να κοινωνώ νηστικός.
Για να μου φανερώσει το λάθος μου και να το διορθώσει, ο Γέροντας μια φορά μετά τη Λειτουργία μού είπε:
– Να δοκιμάσουμε τα κόλλυβα, που έφτιαξε ο βαβούλης.
– Ω, είναι πάρα πολύ νόστημα! –του είπα, μη καταλαβαίνοντας γιατί τα λέει όλα αυτά.
– Πού το ξέρεις ότι είναι νόστημα; – ρώτησε αυστηρά ο Γέροντας.
– Τα δοκίμασα.
– Τι λες;! Δοκίμασες τα κόλλυβα και μετά κοινώνησες; – και μου έδωσε χαστούκι – Ανόητε! Καλά που σ’ έπιασα. Δεν ήξερες ότι κοινωνούμε μόνο νηστικοί;
– Από πού να το μάθω; Δεν ξέρω τίποτα.
– Βέβαια, που να το ξέρει ένας ηλίθιος, όπως εσύ!
***
Όταν ο πατήρ Αθανάσιος είπε στους πατέρες στη Λαύρα ότι ο Γέροντας Ιωσήφ αποφάσισε να εγκαταλείψει τους ζηλωτές, δεν τον πίστεψαν και του είπαν:
– Πώς μπορεί ένας άνθρωπος με τόσο ζήλο και τόση αυστηρότητα να εγκαταλείψει τους ζηλωτές;
Ο πατήρ Αθανάσιος απάντησε:
– Τι μπορώ να κάνω για να σας αποδείξω ότι λέω την αλήθεια;
Και του απάντησαν:
– Θέλουμε να κοινωνήσεις μαζί μας.
Και αυτός διανυκτέρευσε εκεί και το επόμενο πρωί κοινώνησε μαζί τους. Τότε τον πίστεψαν.
***
Ο Γέροντας Ιωσήφ μάς (τους μαθητές του) έκανε τα εξής μαθήματα διορατικότητας:
– Όταν στη διάρκεια της προσευχής αισθάνεσαι κάτι ασυνήθιστο με μια από τις πέντε αισθήσεις σου και η ψυχή εκείνη την ώρα δεν αισθάνεται τίποτα, τότε μη δίνεις σημασία σε αυτό. Ο Θεός είναι πάνω από τις πέντε αισθήσεις. Όμως, εάν έρχονται η χαρά και η ελπίδα στην ψυχή σου, όταν νιώθεις την ευωδία, βλέπεις το όραμα, ακούς και αισθάνεσαι κάτι άλλο, μην το δέχεσαι, όμως και να μην το αρνείσαι, αλλά αμέσως να το πεις στον πνευματικό σου. Εάν στην αρχή της προσευχής έχεις πίστη, ελπίδα και αγάπη, ας πούμε, στους δέκα βαθμούς, και μετά την προσευχή ο βαθμός τους έχει ανέβει στους 100, τότε αυτή είναι η μεταμόρφωση από τον Θεό. Ο εχθρός δεν είναι ικανός να σε γεμίζει με πίστη, ελπίδα και αγάπη, γιατί ο ίδιος δεν τα έχει. Εάν μετά την προσευχή νιώθεις ότι η πίστη, η ελπίδα και η αγάπη έχουν αυξηθεί μέσα σου, να ξέρεις ότι η προσευχή σου έγινε δεκτή. Εάν εκείνα έχουν μείνει στο ίδιο επίπεδο, να ξέρεις ότι προσεύχεσαι σαν κοσμικός. Εάν εκέινα έχουν μειωθεί, τότε προσευχόσουν σαν μεθυσμένος. Και αν μετά την προσευχή νιώθεις κάποια σαρκική επιθυμία, άρα προσευχόσουν λάθος.
***
Όταν στον Άγιον Όρος έφεραν το ραδιόφωνο, οι μεγάλοι μοναχοί, που ήταν αποκομμένοι από τον κόσμο επί δεκαετίες, έμειναν κατάπληκτοι. Όταν μερικοί από τους απλούς μοναχούς είδαν πως όλοι γοητεύτηκαν από αυτό, αναφώνησαν:
– Είναι κουτί του Διαβόλου!
Οι άλλοι προσπάθησαν να το εξηγήσουν:
– Όχι δεν είναι. Είναι απλώς μια σύγχρονη εφεύρεση.
– Όχι, δεν μπορεί να είναι έτσι! – έλεγαν οι απλοί μοναχοί – πώς μπορούν όλα τα μουσικά όργανα που ακούμε να χωρέσουν σ’ αυτό το μικρό κουτί; Δεν μπορούν. Άρα, είναι κάποιο πράγμα του διαβόλου.
Κάποιοι από τους πατέρες ήταν τόσο σίγουροι γι’ αυτό, που όρισαν κιόλας κανόνα ότι όποιος ακούει αυτό το «κουτί του Διαβόλου» και δεν κλείνει τ’ αυτιά του, δεν μπορεί να κοινωνήσει.

    Ο Γέροντας ποτέ δεν είχε ακούσει για το ραδιόφωνο, αλλά ήταν οξυδερκής άνθρωπος και ήξερε ότι αυτό είναι απλώς μια εφεύρεση των ανθρώπων

Παρ’ όλο που ο Γέροντας Ιωσήφ ποτέ δεν είχε ακούσει για το ραδιόφωνο, ήταν οξυδερκής άνθρωπος και ήξερε ότι αυτό, μάλλον, είναι μια εφεύρεση των ανθρώπων. Σκεφτόταν ότι η απλοϊκότητα αυτών των ανθρώπων είναι αστεία! Όμως, για να κλείσει το θέμα, είπε στους άλλους:
– Κοιτάξτε. Εάν θέλουμε να μάθουμε αν είναι του Διαβόλου αυτό το κουτί, θα παρακαλέσουμε τον ιερέα να μας φέρει το Αρτοφόριο και να το βάλει πάνω στο κουτί. Αν το κουτί είναι του Διαβόλου, τότε αυτό θα εκραγεί, γιατί οι δαίμονες δεν μπορούν ν’ αντέξουν το πλησίασμα του Χριστού. Όμως, αν η μουσική συνεχίσει ν’ ακούγεται, θα καταλάβουμε ότι είναι μια απλή εφεύρεση.
Τελικά, ο ιερέας έφερε το Αρτοφόριο και το κουτί δεν εξεράγη. Τότε όλοι συμφώνησαν ότι το κουτί είναι μια απλή εφεύρεση και όλοι οι μοναχοί, που το άκουγαν, έλαβαν ξανά την άδεια να κοινωνήσουν.
***
Όταν μετακομίσαμε στη Νέα Σκήτη, διαμέναμε στο καλύβι των Αγίων Αναργύρων, στον πατέρα Θεοφύλακτο, όμως εκείνος ο χώρος δεν μας βόλευε εντελώς. Μάθαμε ότι ο πατήρ Ιωάννης είχε σκοπό να μετακομίσει από τη Νέα Σκήτη σε άλλο μέρος και πήγαμε να δούμε αν μας κάνει το καλύβι του. Όταν μπήκαμε μέσα, δεν μπορούσαμε να πιστέψουμε αυτά, που είδαμε! Ο πατήρ Ιωάννης, με τα χρήματα που κέρδισε με την αγιογράφηση, επίπλωσε το καλύβι του με πολλή πολυτέλεια: Αγόρασε καναπέδες, τοποθέτησε διάφορα περίεργα κηροπήγια, ακόμη είχε και ψυγείο αερίου. Εκείνα τα χρόνια στο Άγιον Όρος ούτε είχε ακούσει κανείς για τέτοια πράγματα.
Όταν ο Γέροντας τα είδε όλα αυτά, στεναχωρημένος, είπε:
– Μπορεί, άραγε, ο μοναχός που διαμένει σ’ έναν τέτοιον χώρο, να λέει: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με»; Επειδή έχει ήδη ελεηθεί. Δεν πιστεύω ότι κάποιος μπορεί να προσεύχεται εδώ.
***
Όταν ο Γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ άκουσε για τον Γέροντα Ιωσήφ, αμέσως πήγε να τον βρει. Από τότε άρχισε να τον επισκέπτεται, επειδή ένιωθε μεγάλο σεβασμό προς τον Γέροντα. Αργότερα έλεγε ότι ο Γέροντας Ιωσήφ ήταν ένας απ’ τους μεγαλύτερους ασκητές του Αγίου Όρους, που είχε συναντήσει ποτέ. Σε μια επιστολή, ο Γέροντας Σωφρόνιος έγραψε για τη συνάντησή του με τον Γέροντα:
«Ήθελα ν’ ακούσω από αυτόν τον άνθρωπο, που είχε τη Χάρη του Θεού, κάποιον πνευματικό λόγο. Κατά το πλείστον μιλούσε για την ησυχαστική ζωή ενός αναχωρητή και είπε ότι μερικές φορές είχε δει το Άκτιστο Φως. Η συνομιλία με τον Γέροντα μου έκανε μεγάλη εντύπωση... Είχα την αίσθηση ότι μπροστά μου βρίσκεται ένας πνευματικός στρατηλάτης».
Όντως, ήταν «δάσκαλος», όπως θα τον αποκαλούσαν από βαθύ σεβασμό οι ευλαβείς ησυχαστές του Αγίου Όρους.
Ο Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ είχε περιγράψει τις συνθήκες διαμονής του Γέροντα Ιωσήφ:
«Το καλύβι τους ήταν απομονωμένο από τους άλλους ερημήτες, για περισσότερη ησυχία. Ήταν χτισμένο από μεγάλες πέτρες και αποτελούταν από μερικά μικρά δωματάκια. Εκείνην τη βραδιά ο Γέρων Ιωσήφ μού επέτρεψε να διανυκτερεύσω μέσα στον πέτρινο «σάκκο», δηλαδή στο κελλί του πατρός Αθανασίου. Το μέγεθός του ήταν ένα μέτρο επί ενάμιση. Εγώ, που δεν είχα μεγάλο ύψος, μόλις χώρεσα στο μικρό κρεβατάκι, λυγίζοντας τα πόδια μου και βάζοντας τα πέλματα πάνω στο κουτάκι, που βρισκόταν σε μια τρύπα μέσα στον τοίχο. Το πρωί ο πατήρ Ιωσήφ μού έδειξε τον βράχο με θέα στη θάλασσα, που βρισκόταν σε κάποια απόσταση από το βασικό καλύβι, και πάνω στο οποίο έχτισε ένα μικρό καλυβάκι, για ιδιαίτερη ησυχία. Το μηκός του μόλις του επέτρεπε να κοιμηθεί. Είχε μόνο ένα παράθυρο, το οποίο χρησιμοποιούσε ως πόρτα».
***
Στη Νέα Σκήτη ο Γέροντας Ιωσήφ έχασε εκείνην την ιδιαίτερη Χάρη, που έλαβε όταν ζούσε με περισσότερες στερήσεις. Έλεγε:
– Όταν έμενα στη Σκήτη του Αγίου Βασιλείου, το φρέσκο ψάρι ήταν σπάνια πολυτέλεια κι εδώ μπορώ να το τρώω όλη την ώρα. Όμως τώρα, όταν έχω υλικές παρηγοριές, ο Κύριος δεν μου δίνει πνευματικές με τόση δύναμη, όπως συνέβαινε στον Άγιο Βασίλειο. Τώρα πλησιάζω το παλάτι του Βασιλιά και χτυπάω την πύλη και αυτή δεν ανοίγει. Ενώ νωρίτερα όχι μόνο άνοιγα την πύλη, αλλά και έμπαινα μέσα και μιλούσα με τον Βασιλιά.
***
Λίγο πριν το θάνατο του Γέροντα Ιωσήφ, όταν ο πόνος από υδρωπικία δυνάμωσε πιο πολύ, ο Γέροντας αντί για αναστεναγμούς έβγαζε μια γλυκιά φωνή, σαν να τον χάιδευε κανείς.
Όταν ο πόνος δυνάμωσε πιο πολύ, ο Γέροντας αντί για αναστεναγμούς έβγαζε μια γλυκιά φωνή, σαν να τον χάϊδευε κανείς
Ο πατήρ Εφραίμ Κατουνακιώτης προβληματίστηκε, όταν το άκουσε και ρώτησε:
– Γέροντα, τι συμβαίνει; Τι αισθάνεστε, πόνο ή απόλαυση;
– Πεθαίνω από τον πόνο, παιδί μου – απάντησε ο Γέροντας. – Αλλά ταυτόχρονα αισθάνομαι και χαρά. Τι καλός που είναι ο Θεός! Μου έστειλε αυτούς τους πόνους, για να μ’ ανταμείψει με την άφθονη Χάρη Του στην αιώνια ζωή.
***
Εκείνην τη μέρα, όταν εκοιμήθη ο Γέροντας, ενημερώσαμε την αδελφή Ευπραξία στην Ουρανούπολη. Όταν η αδελφή κρατούσε το γράμμα και έκλαιγε πάνω του, ξαφνικά άνοιξε η πόρτα και μπήκε ο Γέροντας! Της εμφανίστηκε έτσι, όπως τον ήξερε, με μόνη διαφορά ότι ήταν διαφανής. Έμοιαζε με κρύσταλλο, γιατί η αδελφή μπορούσε να βλέπει μέσω αυτού. Ήταν ακτινοβόλος και χαρούμενος και το σώμα του δεν έριχνε σκιά. Με έκπληξη σκούπισε τα μάτια της και του είπε:
– Γέροντα, Γέροντα! Εδώ λένε ότι πεθάνατε.
– Αλήθεια, παιδί μου, πέθανα. Όμως, όπως με βλέπεις, είμαι ζωντανός.
Τότε η αδελφή Ευπραξία πλησίασε τον Γέροντα για να τον αγκαλιάσει, αλλά αυτός εξαφανίστηκε και η αδελφή αγκάλιασε τον αέρα. Τέτοιες εμφανίσεις και διάλογοι είναι σημάδια της αγιότητας του Γέροντα, ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι είχαν περάσει πέντε ώρες από τον θάνατό του.
***
Ο Γέροντας μας μάθαινε ότι ο μοναχός που παλεύει με κάποιο πάθος, ανεξάρτητα με ποιο συγκεκριμένα, πρέπει να του αντισταθεί από την αρχή μέχρι την απόλυτη εξολόθρευσή του. Ακόμη και η πιο μικρή υποχώρηση μπορεί να τον οδηγήσει στην ήττα. Πραγματικά, υπάρχουν τέτοιες αληθινά ηρωικές ψυχές, που έχουν τόσο μεγάλη αγάπη και έλξη στον Θεό, που μόλις νιώσουν ότι μια ακάθαρτη απόλαυση προσπαθεί να υπονομεύσει την ελευθερία τους και να θολώσει το μυαλό τους, αμέσως βιάζονται να διώξουν την απόλαυση, προξενώντας φυσικό πόνο στους εαυτούς τους, για να μπορέσουν, τελικά, να διατηρήσουν την πνευματική καθαρότητα στα μάτια του Θεού. Είναι βαριά λόγια, αλλά η ψυχή, που νιώθει ανέκφραστη αγάπη προς τον Θεό, δεν μπορεί να επιτρέψει στον εαυτό της ν’ αμαρτήσει.
Ακριβώς έτσι ήταν ο Γέροντάς μου. Όταν ήταν κοσμικός και νέος, ήταν τολμηρός και αποφασιστικός να παλέψει μέχρι το τέλος. Δεν ήταν επιεικής με τον εαυτό του, πάλευε με τον εαυτό του, πίεζε τον εαυτό του και πάντοτε είχε άφθονη υπομονή. Με τέτοιες καλές προθέσεις πώς μπορούσε η Χάρις του Θεού να μην τον βοηθήσει και να μην τον υψώσει εκεί, που βρέθηκε τελικά;
Ιερομόναχος Εφραίμ,
Σκήτη Οσίου Νείλου Σόρσκι, Αλάσκα


Πηγή: http://www.agiotopia.gr/2020/02/blog-post_86.html#ixzz6mdy61W8y

Μικρό αφιέρωμα στους λόγους του Όσίου Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού με αφορμή την αγιοκατάταξη του


Μικρό αφιέρωμα στους λόγους του  Όσίου  Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού με αφορμή την αγιοκατάταξη του από το Οικουμενικού μας Πατριαρχείο, τη Δευτέρα 9 Μαρτίου 2020.
 
 
Ο Θεός είναι η αρχή και το τέλος. Η χάρις Του ενεργεί όλα. Αυτή είναι η κινητήριος δύναμις. Το δε πώς γίνεται, πώς ενεργείται η αγάπη, είναι να φύλαξης τας εντολάς.
 
Ένα μόνον ζητεί ο Θεός. να τον τιμάς, να τον αγαπάς και να φυλάττης τας έντολάς Του, αναγνωρίζων ότι ο Πλαστουργός σου είναι Αυτός. Δεν θέλει να μοιράζης την δόξαν Του και να λατρεύης, άλλα αντί άλλων. Δεν θέλει να αγαπήσης κανένα πράγμα περισσότερον απ’ Αυτόν…
 
Ο κόπος είναι δια το σώμα, η ταπείνωσις δια την ψυχήν. Και πάλιν τα δύο ομού, κόπος και ταπείνωσις, δι’ όλον τον άνθρωπον.
 
Μη αφήνης τον νου σου αργόν, δια να μη διδαχθής τα κακά. Μη αφήνεσαι να κυττάζης τας ελλείψεις των άλλων, διότι, χωρίς να το εννοής, θα ευρίσκεσαι συνεργός του πονηρού και απρόκοπος εις το αγαθόν. Μη συμμαχής εν αγνοία με τον εχθρόν της ψυχής σου… Όσον εσύ εν αγάπη σκεπάζεις τον αδελφόν, τοσούτον η χάρις θάλπει και φυλάττει σε από συκοφαντίας ανθρώπων.
 
Αφού τον Θεόν αγαπήσης, τότε και τον πλησίον σου να αγαπήσης ως εαυτόν.
 
Με την αγάπην και την απλότητα, χωρίς πολλούς διαλογισμούς, γρηγορώτερα φθάνεις εις τον άνω λιμένα.
 
Όσον περισσότερον αγαπάς, τόσον περισσότερον αγαπάσαι… Φροντίζετε την ψυχήν σας μόνον. Αυτήν μεριμνάτε να σώσετε όπου είναι τιμία, αθάνατος.
 
Όλα συγχωρούνται, μόνον όσα δεν εξομολογηθούν, εκείνα δεν συγχωρούνται… Χύσε δύο σταγόνας δάκρυα με πόνον ψυχής, και ξεπλύνετε όλος ο ρύπος.
 
Κάμνε ό,τι ημπορείς ελεημοσύνην, Λειτουργίας, Παρακλήσεις, ό,τι ημπορείς, δια να ανοίξης τον δρόμον εις τους ουρανούς, όπου εκατονταπλασίονα λήψει και ζωήν την αιώνιον.
 
Ο άνθρωπος, τέκνον μου, τίποτε από μόνος του δεν δύναται να ποιήση. μήτε είχε, μήτε έχει, μήτε θα έχη ποτέ την δύναμιν να πράξη κάτι καλόν, χωρίς να τον επισκίαση άνωθεν ο Θεός.
 
Όσον διψά κανείς την σωτηρίαν του αδελφού του, τόσον πλημμυρίζει η ψυχή του από αγάπην Θεού.
 
Πρόσεχε, παιδί μου, πολύ τους αιρετικούς. Αυτού όπου είσαι είναι ξένες φυλές και γλώσσες… Μην ομιλής διόλου με αυτούς, διότι μολύνεται η καθαρά σου ψυχή από τα βλάσφημα λόγια τους. Η Ορθόδοξος Εκκλησία μας τους έχει χωρίσει.
 
Κάλλιον να αποθάνω επάνω εις τον αγώνα, παρά να αφήσω και να υβρισθή η οδός του Θεού, αφού έχω τόσας μαρτυρίας ότι δι’ αυτής διώδευσαν Πάντες οι Άγιοι.
 
Άλλο μεν, αγαπητόν μοι τέκνον, είναι εντολή αγάπης εξ έργων τελούμενης προς την αλληλοφιλαδελφίαν, και άλλο ενέργεια της θείας Αγάπης. Και το μεν πρώτον δύνανται όλοι οι άνθρωποι, εάν θελήσουν και βιασθούν να το πληρώσουν, το δε δεύτερον έγκειται εις την πηγήν της Αγάπης, τον γλυκύτατόν μας Ιησούν, όπου μας δίδει, εάν θέλη, όπως θέλει, και οπότε Αυτός θέλει… Είθε ο Θεός των όλων όλους να ελεήση δι’ ευχών των Οσίων Θεοφόρων Πατέρων. Αμήν.
 
Όταν γίνεται συγκατάθεσις εις τους λογισμούς, όπου σπέρνει ο πονηρός, τότε σου κόπτει αμέσως την παρρησίαν της προσευχής.
 
Λύπη μικρά μετά χαράς συν δάκρυσι μεμιγμένη και με παράκλησιν στην ψυχήν είναι της χάριτος του Θεού. Αυτή μας οδηγεί προς μετάνοιαν εις ό,τι και αν σφάλλωμεν εφ’ όρου ζωής. Διώχνει το σφάλμα την προς Θεόν παρρησίαν, αλλ’ η μετάνοια ευθύς την ανακαλεί. Δεν απελπίζει η χάρις, αλλά συνεχώς διεγείρει τον πίπτοντα εις μετάνοιαν. Οι δε λόγοι του δαίμονος ευθύς του δίδουν απόγνωσιν, τον μαραίνουν ως το χαλάζι που πίπτει εις τα τρυφερά φυλλαράκια.
 
Χωρίς υπομονήν δεν γίνεται ο άνθρωπος πρακτικός, δεν μανθάνει τα πνευματικά, δεν φθάνει εις μέτρα αρετής και τελειώσεως.
 
 
Πρόσεχε να μην κατακρίνης, διότι από αυτό παραχωρεί ο Θεός και φεύγει η χάρις και σε αφήνει ο Κύριος να πέφτης, να ταπεινώνεσαι, να βλέπης τα ιδικά σου σφάλματα.
 
Η άσκησις, παιδί μου, θέλει στερήσεις. Τα καλά δεν τα βρίσκεις εις τα λουτρά και την καλοπέρασιν. Θέλει αγώνα και κόπον πολύν. Θέλει να φωνάζης ημέραν και νύκτα προς τον Χριστόν. Θέλει υπομονήν εις όλους τους πειρασμούς και τας θλίψεις. Θέλει να πνίξης θυμόν και επιθυμίαν.
 
Προσέχετε να μην επαινήτε ένας τον άλλον κατά πρόσωπον, διότι βλάπτει και τους τελείους ο έπαινος, όχι εσάς όπου είσθε ακόμη αδύνατοι… Μόνον ονειδισμοί και ταπεινώσεις ωφελούν πνευματικώς τον άνθρωπον. Διότι εξ αυτών γεννάται ταπείνωσις. Κερδίζει στεφάνους. Υπομένων πνίγει εγωϊσμόν και κενοδοξίαν.
 
Μάθε να υπομένης ανδρείως τους πειρασμούς, οιουσδήποτε και αν επιτρέψη ο Κύριος… Μη ζητής εις τας θλίψεις σου παράκλησιν από τους ανθρώπους, δια να παρακληθής από τον Θεόν.
 
Ποτέ δεν είδα εγώ να γίνη διόρθωσις με θυμόν, αλλά πάντοτε με αγάπην. Τότε και ο νουθετούμενος θυσιάζεται…
 
Άλλος δρόμος δεν είναι πιο συντομώτερος, ως το να υπομένη κανείς τους πειρασμούς όπου έρχονται, με όποιον τρόπον του έλθουν. Η πνευματική κατάστασις του ανθρώπου και η χάρις που έχει, εκ της υπομονής λαμβάνει την μαρτυρίαν…
 
Δεν έχει κουδούνι η αρετή να την γνωρίζης με το κουδούνισμα. Το κουδούνι της αρετής είναι η ανοχή, η μακροθυμία, η υπομονή. Αυτά είναι τα στολίδια του μοναχού και παντός χριστιανού.
 
Δέξου τον πειρασμόν και μη αιτιάσαι τον ένα και τον άλλον… κάμε υπομονήν, δια να ιδή ο Θεός την προαίρεσιν, να ελαφρώση τον κόπον σου.
 
Ουδέν άλλο δύναται τόσον να βοηθήση και κατευνάση τον θυμόν και όλα τα πάθη, όσον η αγάπη προς τον Θεόν και πάντα συνάνθρωπον. Με την αγάπην ευκόλως νικάς παρά με τους άλλους αγώνας.
 
 
Μη στεναχωρήσαι εις τας θλίψεις και πειρασμούς, αλλά με την αγάπην του Ιησού μας να ελαφρύνης τον θυμόν και την αθυμίαν.
 
Οι πειρασμοί. όσον ολίγη είναι η υπομονή, τόσον μεγάλοι φαίνονται οι πειρασμοί. Και όσον συνηθίζει ο άνθρωπος να τους υπομένη, τόσον μικραίνουν και τους περνά χωρίς κόπον, και γίνεται στερεός ωσάν βράχος.
 
Παν αγαθόν εκ Θεού έχει την αρχήν. Δεν γίνεται αγαθός λογισμός μη ων εκ Θεού, μηδέ πονηρός μη ων εκ του Διαβόλου. Ό,τι καλόν λοιπόν διανοηθής, ειπής, διαπράξης, όλα είναι της δωρεάς του Θεού. «Παν δώρημα τέλειον άνωθεν έστι καταβαίνον». Όλα είναι της δωρεάς του Θεού. εδικόν μας δεν έχομεν τίποτε.
 
Με πόνον και δάκρυα θα λάβης την χάριν. Και πάλιν με δάκρυα χαράς και ευχαριστίας, με φόβον Θεού αυτήν θα κράτησης. Με θέρμην και ζήλον ελκύεται. με ψυχρότητα και αμέλειαν χάνεται.
 
Τρεις εχθροί πολεμούν των ανθρώπων το γένος. Οι δαίμονες, η ιδία μας φύσις και η συνήθεια. Εκτός τούτων άλλος πόλεμος δεν υπάρχει.
 
Δεν είδα εγώ μεγαλυτέραν ανάπαυσιν ως της τελείας υπακοής… Εργασθήτε λοιπόν τώρα που είσθε νέοι, να θερίσετε καρπόν απάθειας εις το γήρας. Εάν δεν βιασθήτε και του Μαθουσάλα τα χρόνια να ζήσετε, δεν θα χαρήτε αυτά τα χαρίσματα… Και θα ιδήτε τοιαύτην ακινησίαν παθών και ειρήνην ψυχής ως να είσθε μέσα εις τον Παράδεισον.
 
Η χάρις του Θεού δεν έγκειται εις τους χρόνους, αλλά εις τον τρόπον, και εις το έλεος του Κυρίου.
 
Μη φοβήσαι τους πειρασμούς. Καν πέσης πολλάκις, ανάστα. Μη χάνης την ψυχραιμίαν σου. Μην απογοητεύεσαι. Σύννεφα είναι και θα περάσουν.
 
Εις τρεις τάξεις διαιρείται η χάρις: καθαρτική, φωτιστική, τελειωτική. Εις τρεις και η πολιτεία: Κατά φύσιν, υπέρ φύσιν, παρά φύσιν. Εις αυτάς τας τρεις τάξεις ανέρχεται και κατέρχεται. Τρία είναι και τα μεγάλα χαρίσματα, όπου λαμβάνει: θεωρία, αγάπη, απάθεια.
 
Τόσην χάριν δικαιούται εις εαυτόν να έχη ο άνθρωπος, όσον πειρασμόν ευχαρίστως υπομένει, όσον βάρος του πλησίον του αγογγύστως βαστάζει.
 
Η πείρα δια της πράξεως αποκτάται με χρόνους. Η δε χάρις είναι χάρισμα εξαρτώμενον από τον Θεόν. Και διδόμενον αναλογία θερμότητος πίστεως, ταπεινώσεως και καλής προαιρέσεως.
 
Υπακοή είναι να υπόταξης το φρόνημα της ψυχής, δια να απαλλαγής από τον κακόν εαυτόν σου.
 
Εάν θέλης συντόμως και χωρίς κόπον πολύν να προκόψης μάθε να παραιτήσαι από κάθε γνώμην ιδικήν σου δια να μην σου γίνεται θέλημα… Και πάντα να ενθυμήσαι ότι η υπακοή ή η παρακοή σου δεν στάματα εις τον Γέροντα, αλλά δι’ αυτού ανατρέχει εις τον Θεόν.
 
Ήθελα να κάμω τρεις λόγους, ή και βιβλία, όπου το ένα να περιέχη μόνον αυτό: Ότι ο άνθρωπος είναι μηδέν και διαρκώς να φωνάζω ότι είμαι μηδέν. Το άλλο να γράφη: Ότι τα πάντα εν πάσι και επί πάσι είναι ο Θεός αυτοδόξαστος. Και το τρίτον: Έχε εις όλα υπομονήν έως θανάτου. Καν είσαι νέος, καν γήρασες, καν ηγωνίσθης χρόνους πολλούς, εάν δεν κάμης υπομονήν μέχρι να βγη η ψυχή σου, ως ράκος λογίζονται τα έργα σου ενώπιον του Θεού… Γνώθι σ’ αυτόν ότι είσαι μηδέν και έχε υπομονήν εις τους πειρασμούς, δια να απαλλαγής εξ αυτών, και να γίνης θεός κατά χάριν, διότι είσαι η πνοή, το εμφύσημα του Θεού.
 
Ομολογώ ειλικρινώς μεθ’ όλης ισχύος, εν πλήρει επιγνώσει, ότι άλλη οδός σωτηρίας δεν είναι, απέχουσα από κάθε πλάνην και ενέργειαν του εχθρού, ως η υπακοή.
 
 
Γνώριζε καλώς ότι ο μη υποτασσόμενος ενί, υποτάσσεται πολλοίς. Και εν τέλει ανυπότακτος μένει.
 
Όταν ο άνθρωπος εν γνώσει υποχωρή εις τον πειρασμόν, κατόπιν έρχεται καιρός όπου δεν ημπορεί πλέον να ακούση το υγιές και ωφέλιμον. καθότι εχάλασεν ήδη η ακοή της ψυχής του. Και γίνεται μετά ταύτα καταφρονητής, πορευόμενος εις απώλειαν.
 
Θέλει υπομονήν να έχη εκείνος όπου ζητεί να σωθή. Ει δε και ζητούμεν ημείς να τα κάμνη ο Θεός, όπως αρέσουν εις την ιδικήν μας διάκρισιν, τότε αλλοίμονον εις το χάλι μας.
 
Ο διάβολος, μη δυνάμενος να εισέλθη όπου η ευλογία της υπακοής και ο σύνδεσμος της αγάπης, παντοειδώς πολεμεί να απομονώση δι’ αποστασίας τον άνθρωπον, και κατόπιν να τον κάμη παίγνιον της κακίας και πανουργίας του…
 
Ο διάβολος, όσον περνά ο καιρός και φθάνει το τέλος του, τόσον πολεμεί και βιάζεται με άκραν μανίαν όλους να μας κολάση.
 
Θα δώσωμεν έκαστος λόγον όχι μόνον δια τας θεμιτάς και αθεμίτους πράξεις του, αλλά και δια λόγον αργόν και δια τας εννοίας, όπου διανοήθημεν εσφαλμένως.
 
Μάθε να υπακούης απροφασίστως με χωρίς ανταλλάγματα και μη χρεώνης με οικονομίες και συγκαταβάσεις τον Γέροντα, διότι εις το τέλος, εδώ ή εκεί, τα έξοδα όλων αυτών των «οικονομιών» εσύ θα τα πλήρωσης. Μη βαρύνης δι’ ασήμαντα πράγματα τον λογαριασμόν της ψυχής σου.
 
Η άγνοια του καλού είναι σκότος ψυχής. Και αν ο άνθρωπος δεν συμμαχήση με τον Χριστόν, όπου είναι το φως, δεν ημπορεί να λυτρωθή από τον άρχοντα του σκότους, τον Διάβολον.
 
Ο ταπεινός, μυρίας φοράς και αν πέση, πάλιν εγείρεται και νίκη η πτώσις λογίζεται. Ο δε υπερήφανος, ευθύς με την πτώσιν εις το αμάρτημα, πίπτει και στην απόγνωσιν. Και σκληρύνων δεν θέλει πλέον να εγερθή. Η απόγνωσις είναι θανάσιμος αμαρτία, και χαίρει εν αυτή υπέρ άπαντα ο διάβολος. Διαλύεται δε ευθύς με την εξαγόρευσιν.
 
Μόνον η χάρις του Θεού όταν έλθει, τότε στέκει στα πόδια ο άνθρωπος. Αλλέως, χωρίς χάριν, πάντοτε περιτρέπεται και πάντοτε πίπτει…
 
Φάρμακα είναι οι πειρασμοί και βότανα ιατρικά, όπου θεραπεύουν τα πάθη τα φανερά και τις αόρατες πληγές μας… Κάλλιον μιας ημέρας ζωή νικηφόρος με βραβεία, πάρεξ έτη πολλά και να ζήσης εν αμελεία… Χωρίς αγώνα και χύσιν αίματος μη περιμένης ελευθερίαν παθών…
 
Το αμάρτημα το μικρόν ή το μέγα δια της αληθούς μετανοίας εξαφανίζεται.
 
Όσον και αν το θελήση ο Διάβολος, δεν ημπορεί, μόνος να μας κολάση, εάν ημείς δεν συνεργήσωμεν στην κακίαν του. αλλ’ ούτε πάλιν ο Θεός θέλει μόνος Του να μας σώση, εάν και ημείς δεν γίνωμεν συνεργεί της Αυτού χάριτος εις την σωτηρίαν μας. Πάντα βοηθεί ο Θεός, πάντα προφθάνει, αλλά θέλει και ημείς να εργασθούμεν, να κάμωμεν εκείνο όπου ημπορούμεν.
 
…Εγώ εκύτταζα πού υπάρχει ζωή. Πού ημπορώ να κερδίσω ωφέλειαν ψυχής… Λόγος πώς θα σωθής σπανίως ακούεται. Μόνον καταλαλιά και κατάκρισις… Αυτοί, καθώς έκαστος ζη έτσι και ομιλεί. Έτσι βλέπουν, έτσι λέγουν…, και εγώ τα αφήνω όλα εις τον Θεόν και μανθάνω να υπομένω τα επερχόμενα αγογγύστως.
 
Είδα γαρ και πολυειδώς εδοκίμασα ότι, αν η χάρις του Θεού δεν φωτίση τον άνθρωπον, τα λόγια όσα και αν ομιλήσης δεν βγάνεις ωφέλειαν. Προς στιγμήν τα ακούει και την άλλην στρέφει πάλιν αιχμάλωτος εις τα ίδια. Εάν όμως ευθύς με τον λόγον ενεργήση η χάρις, τότε γίνεται κατ’ εκείνην την ώραν αλλοίωσις με την αγαθήν του ανθρώπου προαίρεσιν. Και αλλάσσει θαυμαστώς η ζωή του εκ της ώρας εκείνης. Όμως αυτό συμβαίνει εις όσους δεν εσκλήρυναν από μέσα τους ακοήν και συνείδησιν. Εις δε τους ακούοντας και εν παρακοή παραμένοντας εις τα κακά των θελήματα, εις αυτούς καν ημερονύκτια ομιλής καν την σοφίαν των Πατέρων εις τας ακοάς των κενώσης, καν θαύματα προ οφθαλμών των ποιήσης, καν το ρεύμα του Νείλου επάνω των γυρίσης, αυτή δεν λαμβάνουν μήτε ρανίδα ωφέλειαν. Μόνον θέλουν να έρχωνται, να ομιλούν, να περάση η ώρα των, χάριν της ακηδίας… Δια Θεόν τρέχω. ου μέλλει μοι δια τους ανθρώπους… Η πείρα δεν αγοράζεται. Είναι εκάστου απόκτημα, κατά τον κόπον του και το αίμα του που θα δώση μόνος του να την απόκτηση.
 
 
Αν και συγχωρήται ο άνθρωπος δια την αμαρτίαν του, όμως παραμένει η φαντασία του σφάλματος και η εργασία αυτής. καίτοι συγχωρείται η αμαρτία, ο κανόνας παραμένει αναλογία του πταίσματος.
 
Ή θα ζήσω μίαν ώραν καθώς θέλεις, Χριστέ μου, ή ας μη υπάρχω εις αυτήν την ζωήν. Έτσι κλαίεις, θρηνείς, και έρχεται το έλεος του Κυρίου. Ησυχάζουν τα πάθη και ειρηνεύεις με τον εαυτόν σου, με τον Θεόν και με όλην την κτίσιν… Παν ό,τι προξενεί ηδονήν θεραπεύεται με οδύνην.
 
Χωρίς ησυχίαν η χάρις δεν παραμένει. και χωρίς την χάριν ο άνθρωπος είναι μηδέν… Την δε κατά μόνας ανάγνωσιν μην την αφήνης ποτέ, ότι πολλήν ωφέλειαν έχει. Διότι λαμβάνεις παράδειγμα από τους Αγίους. Βλέπεις ως εις καθρέπτην τα λάθη σου, τας ελλείψεις, και διορθώνεις τον βίον σου. Είναι η ανάγνωσις φως εις το σκότος.
 
…Ο ελεήμων Θεός αιτίαν γυρεύει και αφορμήν δια να σώση ψυχήν.
 
Της υπακοής το φορτίον λογίζεται σύνοψις των λοιπών αρετών, όπως και ο Σταυρός των Παθών του Κυρίου. Και καθώς ο Ληστής δια του Σταυρού εισήλθεν εις τον Παράδεισον, ούτω και ημείς δια της υπακοής ως δια Σταυρού, εισερχόμεθα εις την Βασιλείαν. Προφανώς οι παρήκοοι έξω της Βασιλείας… Όποιος δεν έχει ταπείνωσιν, δεν κάμνει ό,τι του λέγουν, γίνεται δούλος δαιμόνων…
 
Προσοχή, να μην γινώμεθα ημείς αίτιοι του κακού εις τον άλλον. Και αν δεν δυνάμεθα να τον επιστρέψωμεν, αλλά τον εαυτόν μας ημπορούμεν να τον φυλάγωμεν, να μην πλανηθούμεν.
 
Χωρίς το θέλημα του Κυρίου, μήτε ασθενούμεν μήτε αποθνήσκομεν… Λοιπόν ταπεινώσου και πάσαν την ελπίδα σου στήριζε εις Αυτόν.
 
Πίστευσον, τέκνον μου, ότι εις όσα και αν πάσχωμεν, εις όλα ο Χριστός είναι άριστος ιατρός της ψυχής και του σώματος. Αρκεί να έχης την τελείαν αυταπάρνησιν, την τελείαν πίστιν και αφοσίωσιν εις αυτόν χωρίς δισταγμόν… Είπε εις αυτόν τα παράπονά σου και θα ιδής παράκλησιν, θα ιδής θεραπείαν, όπου να θεραπεύη όχι μόνον το σώμα, αλλά μάλλον της ψυχής σου τα πάθη.
 
Του Θεού αι ενέργειαι δεν ομοιάζουν με ημών των ανθρώπων. Αυτός σιγά – σιγά με πάσαν υπομονήν εργάζεται την σωτηρίαν όλων των θελόντων σωθήναι. Πιστεύω ότι και εδώ δεν θα αφήση τους στεναγμούς και τα δάκρυα της μητρός να πάνε χαμένα… Μόνον την μετάνοιαν του ανθρώπου, εάν λάβη εις χείρας Του ο φιλάνθρωπος, όλα τα άλλα γνωρίζει Αυτός να οικονομή πανσόφως εις σωτηρίαν.
 
…Δι’ ένα μικρόν πειρασμόν αμέσως η άρνησις. Προτιμώμεν αιώνιον χωρισμόν από τον Χριστόν και ένωσιν αιώνιον με τον Σατανάν, παρά να υπομείνωμεν ταπεινώς την δοκιμασίαν μίας στιγμής!
 
Όπου σκληρότης και υπερηφάνεια, εκεί παρακοή και τα σκάνδαλα. Όπου υπακοή και ταπείνωσις, εκεί Θεός αναπαύεται.
 
Είδες άνθρωπον με δίχως υπομονήν; Είναι λύχνος με χωρίς έλαιον, όπου συντόμως θα σβήση το φως του… Η νίκη είναι υπομονή, η νίκη είναι ταπείνωσις, η νίκη είναι υπακοή.
 
Ταπείνωσις είναι να σφάλλη ο άλλος και, πριν να προλάβη αυτός να ζητήση συγχώρησιν, ημείς να του βάνωμεν μετάνοιαν λέγοντες: -Συγχώρησον, αδελφέ μου, ευλόγησον!
 
Δεν υπάρχει άλλη θυσία πλέον ευώδης προς τον Θεόν, όσον η αγνότης του σώματος, όπου αποκτάται με αίμα και αγώνα φρικτόν.
 
Κατά αλήθειαν, τέκνον μου, μέγας ο αγών κατά τών παθών, αλλά χάριτι Θεού όλα κατορθούνται. και τη Αυτού βοήθεια, τα αδύνατα δυνατά γίνονται.
 
Με τους πειρασμούς, παιδί μου, μας γίνεται η κάθαρσις της ψυχής. Μέσα στας θλίψεις, μέσα στους πειρασμούς, εκεί ευρίσκεται και η χάρις. Εκεί θα βρης τον γλυκύτατον Ιησούν… Θλίψεις δεν λέγονται αι στενοχώριες και μέριμνες, το πώς να ζήσης, αλλά θλίψεις δια Χριστόν. Διωγμοί. το να πάσχης δια να σώσης ταν άλλον. Αγώνες δι’ αγάπην Χριστού και εναντιώσεις των πειρασμών. Να δυστυχής έως θανάτου δια Χριστόν. Να υπομένης ύβρεις και ονείδη αδίκως. Να καταφρονήσαι από όλους ως πλανεμένος. Τότε δικαίως ο Κύριος παρακαλεί την ψυχήν και ευφραίνει αυτήν.
 
Μη ραθυμής και αφήνης τον καιρόν να περνά, διότι τον χρόνον όπου ξοδεύεις ασκόπως και μάταια κάθε ημέραν δεν θα τον ξαναβρής. Και θα έχης να δώσης λόγον δι’ όλες τις ημέρες και ώρες και στιγμές της ζωής σου.
 
Επί τούτοις μάθε και τούτο. ότι με την αγάπην προς τον Χριστόν και την Παναγίαν περισσοτέρως αποκτάς νήψιν και θεωρίαν παρά με άλλους αγώνας. Καλά είναι και όλα τα άλλα, όταν καλώς γίνωνται, αλλ’ η αγάπη υπέρκειται όλων…
 
Η χάρις της μετανοίας, όπου ενεργείται εις αυτούς όπου αγωνίζονται, είναι κληρονομιά πατροπαράδοτος. Είναι συνάλλαγμα και αντάλλαγμα θείον, όπου δίδομεν γην και λαμβάνομεν ουρανόν. Ανταλλάσσομεν ύλην λαμβάνοντες πνεύμα. Ο κάθε ιδρώτας, ο κάθε πόνος, η κάθε άσκησις δια τον Θεόν μας είναι αλλαγή συναλλάγματος. Αφαίρεσις αίματος, εισροή Πνεύματος.
 
…Εις το αταπείνωτον φρόνημα εμφωλεύει ο πολύς εκείνος εγωισμός, η εωσφορική υπερηφάνεια των αιρετικών, όλων των πλανεμένων που δεν θέλουν να επιστρέψουν.
 
…Ευωδιάσατε την ζωήν, την ψυχήν και το σώμα σας, με την αγνείαν και παρθενίαν. Δεν είδα εγώ άλλο που να αρέση τόσον ο γλυκύς Ιησούς και η Πανάχραντος Μήτηρ Του ως αγνείαν και παρθενίαν. Και ει τις θέλει να απολαύση την πολλήν τους αγάπην ας φροντίζη να καθαρεύη, να αγνεύη την ψυχήν και το σώμα. Και ούτως κάθε ουράνιον αγαθόν μέλλει να λάβη.
 
Ο εμός πόθος, η καύσις της εμής καρδίας, ο θείος μου έρως ο φλογίζων τα σπλάχνα μου διαρκώς, είναι πώς να σωθούν ψυχαί. πώς να προσφερθούν εις τον γλυκύτατον Ιησούν μας θυσίαι λογικαί.
 
Λοιπόν ακούσατέ μου του ταπεινού και ελαχίστου. Ανοίξατε τους οφθαλμούς της ψυχής σας να ιδήτε τι υπάρχει πέραν από αυτήν την ζωήν.
 
Οι άνθρωποι του κόσμου αγαπούν τον κόσμον, επειδή δεν εγνώρισαν ακόμη την πικρίαν αυτού. Είναι ακόμη τυφλοί στην ψυχήν και δεν βλέπουν τι κρύπτεται μέσα εις αυτήν την προσωρινήν χαράν. Δεν ήλθεν ακόμη εις αυτούς φως νοητόν. δεν έφεξεν ακόμη ημέρα σωτηρίας… Δεν κερδίζει ο έξυπνος, ο ευγενής, ο ομιλών τορνευτά, ή ο πλούσιος, αλλ’ όποιος υβρίζεται και μακροθυμεί, αδικείται και συγχωρεί, συκοφαντείται και υπομένει. …Αυτός καθαρίζεται και λαμπρύνεται περισσότερον. Αυτός φθάνει εις μέτρα μεγάλα. Αυτός εντρυφά εις θεωρίας μυστηρίων. Και τέλος αυτός είναι από εδώ μέσα εις τον Παράδεισον.
 
Η κάθε θλίψις όπου μας γίνεται, είτε εξ ανθρώπων, είτε εκ δαιμόνων, είτε εξ αυτής της ιδίας μας φύσεως, πάντοτε έχει κλεισμένον εντός της το ανάλογο κέρδος. Και όποιος την απερνά δι’ υπομονής λαμβάνει την πληρωμήν. ενταύθα τον αρραβώνα εκείθεν το τέλειον. Χρεία λοιπόν της υπομονής, καθάπερ άλας εν φαγητώ, διότι άλλος δρόμος δεν είναι του να κερδίσωμεν, να πλουτίσωμεν, να βασιλεύσωμεν. Αυτόν τον δρόμον ο Χριστός μας τον χάραξε. Και ημείς, όσοι τον αγαπούμεν, οφείλομεν δι’ αγάπην Του να ακολουθούμεν… Χωρίς πειρασμόν δεν γνωρίζονται αι αγνές ψυχές, δεν φαίνεται η αρετή, δεν διακρίνεται η υπομονή. Χωρίς πειρασμούς αδύνατον η υγεία της ψυχής να φανή…
 
Τώρα θυμώνεις και λυπείσαι, διότι βραδύνει να απαιτήση ο ουράνιος Πατήρ. Καγώ σοι λέγω ότι και αυτό θα γίνη καθώς το επιθυμείς, αλλά θέλει πρώτα προσευχήν εξ όλης ψυχής και κατόπιν να περιμένης… Και όμως, αφού παρέλθη η δοκιμασία, έρχεται τόση παράκλησις, ωσάν να είσαι μέσα εις τον παράδεισον χωρίς σώμα. Σε αγαπά ο Χριστός, σε αγαπά η Παναγία μας, σε επαινούν οι Άγιοι, οι Άγγελοι σε θαυμάζουν.
 
Η χάρις του Χριστού και της Παναγίας μας όλα τα διαλύει. Έχε υπομονήν, διότι η Βασίλισσα Θεοτόκος και Κυρία των όλων δεν μας αφήνει. Αυτή προσεύχεται δι’ ημάς.
 
Μικρά τα ενταύθα παθήματα προς σύγκρισιν της μελλούσης ανταποδόσεως. δια τούτο, ψυχή μου, κάμνε υπομονήν.
 
Ο Θεός βοά προς ημάς τέκνα Αυτού γενέσθαι, ημείς δε γινόμεθα υιοί σκότους. Δια βραχύ μέλι τους όλους αιώνας αλλάσσομεν. Δια μικράν ηδονήν καν τε τρυφής, καν τε δόξης της Βασιλείας του Θεού παραιτούμεθα και εκπίπτομεν.
 
Και δίδασκέ τους όλους να προσεύχωνται νοερώς, να λέγουν αδιάλειπτα την ευχήν: Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με. Εις την αρχήν με τα χείλη και με τον νουν. Έπειτα με τον νουν και με την καρδίαν. και θα εύρουν συντόμως οδόν της ζωής, θύραν του Παραδείσου, μάλλον αυτή η ευχή λεγομένη με πόθον θα γίνη ως Παράδεισος μέσα τους… Η ευχή βοηθά όλους, αλλά πρέπει καθένας να αγωνίζεται κατά δύναμιν. ο δε Θεός, κατά την προαίρεσιν, αναλόγως δίδει την χάριν Του.
 
Οι Μασώνοι πολλά σκέπτονται και πολλά θέλουν να κάμουν, αλλ’ εάν επιτρέψη ο πάντων Κύριος. Χωρίς το θέλημά Του, είπε, μήτε τρίχα δεν πέφτει, μήτε φύλλο. Αυτός θα διασκέδαση τας βουλάς αυτών…
 
 
 
Δεν είναι μόνον να εύχεσαι, είναι και να προσέχης. Να αγρυπνής εις τους λογισμούς, να τους κυβερνάς με πολλήν δεξιοτεχνίαν, αλλέως θα σε κυβερνήσουν αυτοί και εις το τέλος θα γίνης περίγελως των δαιμόνων.
 
Ενόσω ζούμε, αυτή η ζωή δεν έχει ανάπαυσιν. Ζυμωμένη με τα βάσανα είναι. Ανάμικτα όλα, και μακάριος όπου έχει σύνεσιν να κερδαίνη από όλα.
 
Μακάριος, όποιος νυχθημερόν ενθυμείται τον θάνατον και ετοιμάζεται να τον συνάντηση… Μη λυπήσαι υπέρμετρος δια τίποτε. Άφηνέ τα όλα εις τον Θεόν. και Εκείνος από ημάς γνωρίζει καλύτερα της ψυχής το συμφέρον… Τα κακώς γενόμενα εις το παρελθόν, μόνον μετάνοια καλή, και αλλαγή ζωής τα διορθώνει.
 
Δεν είδα εγώ ψυχήν ευχομένην να προοδεύση, χωρίς καθαράν εξαγόρευσιν των κρυπτών λογισμών. Θέλεις, παιδί μου, να συντρίψης την κεφαλήν του Όφεως; Ειπέ τους λογισμούς σου καθαρά στην εξομολόγησιν. Μέσα εις την πονηρίαν των λογισμών στέκει η δύναμις του Διαβόλου. Τους κρατάς; Κρύπτεται. Τους φέρνεις εις φως; Αφανίζεται. και τότε χαίρει ο Χριστός, προχωρεί η ευχή και το φως της χάριτος θεραπεύει, ημερεύει τον νουν, την καρδίαν σου.
 
Η σημερινή κατάστασις των πολλών περιωρίσθη εις ένα τύπον εξωτερικόν. Πέραν τούτου δεν υπάρχει φροντίδα και μέριμνα δια το εσωτερικόν της ψυχής, όπου συνίσταται το παν…
 
…Να βλέπης ότι έχεις όλον εξ ολοκλήρου το δίκαιον και να πείθης τον εαυτόν σου ότι έχεις το άδικον. Αυτή είναι η τέχνη τεχνών και επιστήμη επιστημών… Λοιπόν ταπείνωσόν σου το φρόνημα και μη νομίζης πως είναι εύκολον να πάθης και να μάθης τοιαύτα… Μη βλέπης τον κόσμον, να σε βλέπη ο Θεός.
 
Πάντοτε εις την ώραν του πειρασμού να καταφεύγης εις τον Χριστόν και την Παναγίαν μας. Να επικαλήσαι την βοήθειαν των Αγίων και να προσέχης… Να φεύγης ωσάν από φωτιά τους κακούς λογισμούς, δια να μην κάμνουν μέσα σου ρίζες.
 
Ουδέν άλλο ωραιότερον, ουδέ γλυκύτερον ως το αγαπάν τον Κύριον Ιησούν. Ουδέν υψηλότερον ως το φιλοσοφείν περί των ουρανίων και εκ των εντεύθεν κατοπτρίζειν τα αιώνια αγαθά.
 
Ο αληθής μοναχός είναι προϊόν του Αγίου Πνεύματος.
 
Τον έσω άνθρωπον θέλει η θεία Χάρις να ενώσης με τον Θεόν και τότε θα γίνης χρήσιμος και εις άλλους.
 
Τον κόσμον μόνον ο πόλεμος θα τον διορθώση όπου ήδη θα έλθη ή και έρχεται μετά καλπασμού. Η δυστυχία θα φέρη πολλούς εις συναίσθησιν. οι δε αμετανόητοι, αναπολόγητοι.
 
Δεν αλησμονώ τες καλωσύνες σου. μόνον, όταν βλάπτεται η ψυχή μου δεν συμφωνώ. Διότι κατά πολύ υπερτερεί ο Θεός της ανθρωπίνης αγάπης. Και όλα του κόσμου τα αγαθά εάν μου χαρίσης, εάν εγώ πληροφορηθώ ότι ένα πράγμα δεν είναι κατά Θεόν δεν το κάμνω εις τον αιώνα. Αφού ημέραν και νύκτα ζητώ να γίνεται το θέλημα του Θεού, πώς λοιπόν να το παραβώ; Δι’ αυτό μη λέγης ότι δεν σε αγαπώ, αλλ’ ότι δεν συμφωνεί ο Θεός με τον λογισμόν σου.
 
Ας εξετάζωμεν ο καθείς μας, νέοι και γέροντες, μικροί και μεγάλοι. εις τον κάθε λόγον όπου θα ειπούμεν, εις το κάθε μας βήμα, εις όλας τας στιγμάς νυκτός και ημέρας μήπως κάμνωμεν, λέγωμεν ή διανοούμεθα κάτι που δεν αρέσει εις τον Χριστόν;
 
Αφήσατε το ίδιον θέλημα, διότι είναι θάνατος ψυχής εις τον άνθρωπον. και ας σκεπάζη ο ένας του άλλου τα σφάλματα, δια να σκεπάζη και ο Χριστός τα ιδικά σας.
 
Η αλήθεια είναι πράγμα ακριβόν και δεν ευρίσκεται εις του καθενός τον λόγον. Καθώς ζη έτσι και ομιλεί έκαστος των ανθρώπων. Γνώθι εκ του τρόπου της ζωής την αλήθειαν των λεγομένων…
 
Μάταιε κόσμε! Ψεύτικε ντουνιά! Κανένα καλόν δεν έχεις επάνω σου! Τελείως ψεύδος. Τελείως απάτη. Μας απατάς, μας γελάς, παίζεις μαζί μας… Ει τι εκάναμεν και το εστείλαμεν δια την άλλην ζωήν, εκείνο και μόνον παραμένει άθικτον. Κανείς δεν το παίρνει. Κανείς δεν δύναται να το αφαίρεση.
 
…Το δάκρυ, τo πένθος, o πόνος, διότι ελύπησες τον τόσο καλόν και ευεργέτην πατέρα Θεόν -όπου σε εδόξασε τόσον εσέ τον πηλόν, σου εχάρισε την θεϊκήν Του πνοήν- αυτά της μετανοίας τα έργα, με την χάριν Του, θα σε εξαγνίσουν. Λοιπόν κλαύσον και πένθησον, διότι ελύπησες τον Θεόν, και μετά τον κλαυθμόν σε επισκιάζει παράκλησις και παρηγοριά. Και τότε ανοίγεται θύρα της προσευχής.
 
Και επειδή εμολύναμε τον νουν μας, και την καρδίαν μας και το σώμα μας, με λόγον, με έργον, κατά διάνοιαν, τώρα δέν έχομεν παρρησίαν. Δεν έχομεν ένδυμα γάμου. Δι’ αυτό πρέπει να καθαρισθώμεν. με εξομολόγησιν, με δάκρυα, με πόνον ψυχής. και το πάντων ανώτερον, προσευχήν, όπου καθαρίζει και τελειοποιεί τον άνθρωπον.
 
Η ταπείνωσις δεν είναι λόγια απλά όπου λέγομεν. είμαι αμαρτωλός… και λοιπά. Η ταπείνωσις είναι η αλήθεια. Να μάθη κανείς ότι είναι μηδέν… Μέγα δώρον Θεού το να γνωρίση ο άνθρωπος την αλήθειαν. και αυτή η αλήθεια είπεν ο Κύριος ελευθερώνει ημάς εκ της αμαρτίας.
 
Η γνώσις περί Θεού είναι όρασις του Θεού. Καθότι η πνευματική γνώσις, όχι η φυσική, γνωρίζει τον Θεόν. Διότι η φυσική γνώσις είναι η διάκρισις όπου γνωρίζει το καλόν από το κακόν -και το έχουν όλοι οι άνθρωποι- η δε πνευματική γνώσις γίνεται εκ της πνευματικής εργασίας μετά του «γνώθι σαυτόν». Όλα αυτά μας γίνονται εκ της χάριτος του Θεού δια μέσου της προσευχής. Η χάρις του Θεού βλέπεται νοερώς και γνωρίζεται εν αισθήσει νοός μόνον εν ώρα της προσευχής.
 
Και, όσον εσύ καθαρίζεις από τα πάθη, τόσον ειρηνεύεις και σωφρονείς και εννοείς τον Θεόν.
 
Τας βουλάς του Θεού, όπως εργάζεται δια να μας σώση, δεν τας γνωρίζει κανείς. Πάντως όμως με όποιον τρόπον και αν γίνονται είναι ωφέλιμες- αδιάφορον ότι ημείς λυπούμεθα και μας φαίνεται ότι εγκατελείφθημεν από του Θεού.
 
Ο άνθρωπος από μικρός αμαρτάνει. με λόγον, με βλέμμα, με την διάνοιαν, με συγκατάθεσιν, με την πράξιν. Και δι’ ενός φόβου εξαφνικού, ενός δυστυχήματος, μιας μεγάλης ζημίας, συγχωρούνται όλα εκείνα και γίνεται διαμάντι, από γυαλί όπου ήτον τό πρότερον.
 
Όταν εξομολογήται ο άνθρωπος, καθαρίζεται η ψυχή του και γίνεται ως αδάμαντας φωτεινός… Χωρίς την εξομολόγησιν, μετάνοιαν δεν λογίζεται. και χωρίς την μετάνοιαν άνθρωπος δεν σώζεται…
 
Αν δεν αφήσης την αμαρτίαν ό,τι και αν κάνης πηγαίνει χαμένο. Μόλις χωρίσεις και αφήσεις την αμαρτίαν όλα είναι συγχωρημένα μετά την εξομολόγησιν.
 
 
Αρχή και τέλος παντός αγαθού είναι ο Χριστός. Ημείς από μόνοι μας δεν ημπορούμεν τίποτε να ποιήσωμεν, εάν ο Χριστός με την θείαν του χάριν εν πρώτοις δεν συνεργήση.
 
Βάλε μίαν καλήν αρχήν, δια να γίνη και το τέλος καλόν. Εργάσου τώρα την κάθε ημέραν δια να θερίσης ειρήνην στο γήρας.
 
Δια να αναπτύσσεται ο έσωθεν άνθρωπος, να εύρης ειρήνην από τα πάθη, και να εξανθήση ο καρπός της αγαθής εργασίας σου, πρέπει όλα να συνοδεύωνται με την διηνεκή και αδιάλειπτον προσευχήν.
 
Πλείον των άλλων χρήζομεν της πνευματικής διακρίσεως, και πρέπει εμπόνως να το ζητούμεν παρά Θεού…
 
Ημείς να ζητώμεν το έλεος της αφέσεως των αμαρτιών μας, και να επιμεληθώμεν την καθαρότητα της ψυχής, και τα του Θεού έρχονται μόνα τους χωρίς την ημών ζήτησιν.
 
Πας άνθρωπος χρεωστεί, εάν θέλη την σωτηρίαν του, να βιάζεται, να πολεμή μετά των παθών…, και να αγωνίζεται δια να στέκη εις τους θεϊκούς νόμους της φύσεως.

Οι νέοι Άγιοι εκ Αγίου Όρους by Kallithe@Press

 

Την αναγραφή στο Αγιολόγιο της Εκκλησίας  των αγιορειτών οσίων Δανιήλ Κατουνακιώτη, Ιερωνύμου Σιμωνοπετρίτη, Ιωσήφ του Ησυχαστή και Εφραίμ Κατουνακιώτη ανήγγειλε ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ Βαρθολομαίος.

Η αναγγελία αυτή πραγματοποιήθηκε, κατά την 20η Οκτωβρίου 2019, μετά την  Επίσημη Υποδοχή του Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχου, κατά την τάξιν, υπό της Διπλής Συνάξεως στις Καρυές του Αγίου Όρους, έκανε τους αγιορείτες να δακρύσουν και να δεχθούν την αναγγελία αυτή ως μια μεγάλη ευλογία από τον Παναγιώτατο.

Κατά τον ερχομό του Παναγιωτάτου, όλοι κατευθύνθηκαν εις τον πάνσεπτον ναόν του Πρωτάτου, όπου χοροστάτησε ο Πατριάρχης στην επίσημη Δοξολογία, πλαισιούμενος από τον Πρωτεπιστάτη Γερ. Συμεών Διονυσιάτη, την Ιερά Επιστασία, τους Καθηγουμένους των Ιερών αγιορείτικων Μονών, τον πολιτικό διοικητή του Αγίου Όρους, εκπροσώπους στρατιωτικών αρχών, αγιορείτες μοναχούς και προσκυνητές. 

Τον Παναγιώτατο προσφώνησε ο Καθηγούμενος της Ι.Μ. Διονυσίου Αρχιμ. Πέτρος. Ο Παναγιώτατος αντιφώνησε, τονίζοντας την υπερχιλιετή σχέση της Μητρός Εκκλησίας με την Αθωνική πολιτεία. «Η αγιότητα είναι η πεμπτουσία αυτού του τόπου και οι Άγιοι μας είναι ό,τι πολυτιμότερο έχει η Εκκλησία» τόνισε, μεταξύ άλλων, ο Πατριάρχης.

Γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής και Σπηλαιώτης

Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής και Σπηλαιώτης (Λεύκες Πάρου, 2 Νοεμβρίου 1898 – Άγιο Όρος, 15 Αυγούστου 1959) κατά κόσμον Φραγκίσκος Κόττης, ήταν Έλληνας Ορθόδοξος Μοναχός και Γέροντας (πνευματικός πατέρας και οδηγός) μικρής συνοδείας Μοναχών στο Άγιον Όρος. Κατατάχθηκε επίσημα στο Αγιολόγιο της Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας στις 20 Οκτωβρίου 2019, στις Καρυές του Αγίου Όρους από τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο.

Η διδασκαλία του και το πνευματικό του έργο διασώζεται σε 65 επιστολές του, που έχει εκδόσει η Ιερά Μονή Φιλοθέου, καθώς και σε αριθμό βιβλίων διαφόρων εκδόσεων. Η περίοδος παρουσίας του στον Άθωνα, είναι η εποχή έλλειψης πνευματικών οδηγών, που ήταν σε θέση να διδάξουν τη Νοερά Προσευχή σε σχέση με την κάθαρση της καρδιάς και του νου από τα πάθη, με ουσιαστικό τρόπο και όχι με το νομικίστικο χαρακτήρα της τήρησης των χριστιανικών καθηκόντων.Ακόμα και οι αριθμοί των μοναχών ήταν πολύ μικροί στα διάφορα μοναστήρια. Η επάνδρωση έξι ιερών μονών και η πνευματική αναγέννηση του Αγίου Όρους, αλλά και πολλών γυναικείων μοναστηριών στον ελληνικό χώρο, οφείλεται στον Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή.

Γέρων Εφραίμ Κατουνακιώτης

Ο Γέρων Εφραίμ Κατουνακιώτης (Αμπελοχώρι Βοιωτίας, 6 Δεκεμβρίου 1912 – Άγιο Όρος, 27 Φεβρουαρίου 1998) ήταν Ορθόδοξος μοναχός που έζησε στο Άγιο Όρος. Κατατάχθηκε επίσημα στο Αγιολόγιο της Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας στις 20 Οκτωβρίου 2019, στις Καρυές του Αγίου Όρους από τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο.

Ο Εφραίμ Κατουνακιώτης γεννήθηκε στις 6 Δεκεμβρίου 1912 στο Αμπελοχώρι Θηβών. Ο πατέρας του ονομαζόταν Ιωάννης Παπανικήτας και η μητέρα του Βικτωρία και είχαν 4 παιδιά. Το κοσμικό όνομά του ήταν Ευάγγελος. Έζησε τα παιδικά του χρόνια στο Αμπελοχώρι· στις πρώτες τάξεις του δημοτικού όμως, οι γονείς του εγκαταστάθηκαν στη Θήβα για να διευκολύνουν τις σπουδές των παιδιών τους. Μαθημένος να εκκλησιάζεται πολύ συχνά, συνδέθηκε νωρίς με μοναχούς και μοναχές, και άρχισε από κοσμικός ήδη να ζει ζωή σχεδόν καλογερική.

Ήταν αλλεργικό άτομο. Η ασθένειά του εκδηλώθηκε από δεκατεσσάρων ετών σαν σβώλοι άμμου στα μάτια. Επίσης εμφάνισε αργότερα, μία σοβαρή εκζεματώδη κατάσταση στην άρθρωση του αστραγάλου. Το 1996 ο παπα-Εφραίμ έπαθε εγκεφαλικό επεισόδιο και έπεσε σε ακινησία. Πέθανε στις 14/27 Φεβρουαρίου του 1998 και ετάφη στον περίβολο του κελιού του, σε τάφο που είχε ο ίδιος σκάψει με τα χέρια του.

Γέρων Ιερώνυμος Σιμωνοπετρίτης

Ο Σιμωνοπετρίτης ηγούμενος Ιερώνυμος συνήθιζε να κοιμάται στο σκαμνί ή στην καρέκλα και για λίγο. «Στον μοναχό είναι αρκετό και τ’ ότι βρίσκεται κάτω από σκεπή» έλεγε. «Περισσότερο πετρέλαιο είχε κάψει στη λάμπα του για τις αναγνώσεις και μελέτες του, παρά νερό είχε πιει σε όλη του τη ζωή», έλεγαν.

Όταν αδελφοί του τον κα­τηγόρησαν για καταχραστή, ενώ γνώριζε καλά τους καταχραστές, η ανεξικακία του δεν του επέτρεψε να τους μαρτυρήσει και απλά στους ανακρίνοντες είπε: «Μήπως ο άγιος Σίμων γνωρίζει… Μήπως εκείνος χρειάσθηκε τα χρήματα και τα πήρε …». Υπέμεινε αδιαμαρτύρητα εξορία. Έκανε βουρδουνάρης στη μονή Κουτλουμουσίου. Έμεινε για λίγο σε μία καρβουναποθήκη στα Καυσοκαλύβια. Διήλθε από το μετόχι του Αγίου Χαραλάμπους στη Θεσσαλονίκη και κατέληξε στο μετόχι της Αναλήψεως των Αθηνών. Δεν έπαυσε ποτέ να προσεύχεται θερμά για τους κατηγόρους και τους συκοφάντες του.

Στο τέλος των συνεχών αγώνων του η αγάπη του στον Θεό αποδείχθηκε με ουράνια χαρίσματα: διάκριση, διόραση, προόραση. Αξιώθηκε να λειτουργεί με αγγέλους. Να μην πατά στη γη όταν λειτουργούσε. Τα πνευματικά του τέκνα μιλούν με ιερή συγκίνηση για θαύματα της πύρι­νης προσευχής του. Ο θάνατος τον βρήκε προσευχόμενο κι ευχαριστούντα τον Θεό για το μεγάλο δώρο των πυκνών ασθενειών του.

Για όσους αγαπούν τους αριθμούς, δίνουμε μερικούς: 17 ετών έρχε­ται από το Ρεΐζ-Δερέ της Μ. Ασίας στην ουρανογείτονα Σιμωνόπετρα. Μετά 47 ετών δοκιμή κείρεται μεγαλόσχημος μοναχός από τον σπουδαίο Αλατσατιανό ηγούμενο Νεόφυτο (+1907). Επί 43 έτη δεν κοιμήθηκε σε κρεβάτι. 69 έτη φορούσε το τίμιο του μοναχού ένδυμα, χρησιμοποιώντας το πάντοτε ως υπηρετική ποδιά των αδελφών του. Το μοναχικό ράσο φόρεσε σε περισσότερες από 300 αφιερωμένες ψυχές. Τα πνευματικά του τέκνα αριθμούνται σε αρκετές δεκάδες εκατοντά­δων. Οι παραμυθητικές επιστολές του υπολογίζονται σε 10.000 περί­που. Μνημόνευε καθημερινά στην προσκομιδή περί τα 2.500 ονόματα ζώντων και κεκοιμημένων. Στο συρτάρι του βρήκαν μετά την οσιακή κοίμησή του 7 δραχμές, που δεν θα είχε προλάβει να προσφέρει στους φίλους του φτωχούς, στις πόρτες των οποίων τις νύχτες κρυφά άφηνε την ελεημοσύνη του. Εκοιμήθη σε ηλικία 86 ετών. Ανεπαύθη εν Κυρίω στις 7.1.1957. Χιλιάδες κόσμος βρέθηκε στην κηδεία του διηγούμενος μετά δακρύων πολλά θαυμαστά γεγονότα του βίου του. Ετάφη πίσω από το άγιο βήμα του ιερού ναού της Αναλήψεως, μετοχιού της αθωνικής μονής Σίμωνος Πέτρας, στον Βύρωνα Αθηνών. Υπήρξε οικονόμος του μετοχίου από το 1931. Ωφέλησε χιλιάδες ψυχές. Με αυτή την υπέροχη «αριθμητική» πως να μην ευωδιάσουν τα χρυσαφένια οστά του, στην ανακομιδή του 1965, όπου παιδί κι εμείς παρακολουθούσαμε με συγκίνηση τα γενόμενα, μη γνωρίζοντας τότε ότι μετά δύο δεκαετίες θα μονάζαμε στη μονή του και θα καθιστάμεθα βιογράφος του. Η μακα­ριστή μητέρα μου τον είχε Πνευματικό.

Ο μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικης Νικόλαος, ζώντας στο μετόχι της Αναλήψεως, έγραφε γι’ αυτόν: «Επίγειος άγγελος. Ουρά­νιος άνθρωπος. Ήταν ενάρετος και σε έκρινε. Ήσουν αμαρτωλός και σε ανέπαυε. Τον αγαπούσες και σε απεμάκρυνε. Του δημιουργούσες πειρασμούς και δεν σε απέφευγε. Τον επαινούσες και σε επιτιμούσε. Τον αδικούσες και αρνιόταν να δικαιολογηθεί. Συχνά ανέδιδε ευωδία. Ήταν τόσο ευκατάνυκτος, που σχεδόν πάντοτε κατά την ανάγνωση του Ευαγγελίου έσπαγε η φωνή του και άνοιγαν οι κρουνοί των οφθαλμών του. Χαιρόταν να συναντά τις ψυχές στη μνημόνευση. Η συμμετοχή του στη θεία λατρεία τον μετεμόρφωνε σε άγγελο …».

Γέρων Δανιήλ Κατουνακιώτης

Ο Γέροντας Δανιήλ Κατουνακιώτης ο Σμυρναίος (Σμύρνη, 1846 – Άγιο Όρος, 1929) ήταν Ορθόδοξος μοναχός που έζησε στο Άγιο Όρος.

Πρώτα χρόνια

Η Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης στη οποία φοίτησε ο Γέροντας Δανιήλ Κατουνακιώτης.

Γεννήθηκε στην Σμύρνη το έτος 1846. Το κατά κόσμον όνομα του ήταν Δημήτριος Δημητριάδης. Ήταν ο μικρότερος γιος πολύτεκνης οικογένειας και αποφοίτησε αριστούχος από την Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης, το μορφωτικό ίδρυμα της ελληνικής κοινότητας της Σμύρνης, ένα από τα σημαντικότερα της εποχής για τον Ελληνισμό.

Από τα 19 του έτη έχοντας διάθεση να μονάσει επισκέφθηκε στην αρχή, μετά από συμβουλή του Αγιοταφίτη πνευματικού του, διάφορες μονές στην Πελοπόννησο και στα νησιά Ύδρα, Τήνο, Πάρο και Ικαρία, όπου γνώρισε σπουδαίους και φημισμένους για την αγιότητά τους Γέροντες.

Μονή Αγίου Παντελεήμονος: διακονία και εκδίωξη από τους Ρώσους

Η Μονή Αγίου Παντελεήμονος (1864) όπου εκάρη μοναχός ο Δανιήλ το 1866.

Αποφασιστική ήταν η συνάντησή του στην Πάρο με τον όσιο Αρσένιο της Πάρου, ο όποιος στην παράκληση του νεαρού Δημητρίου να μείνει και να ασκητεύσει κοντά του, του συνέστησε να μεταβεί στο περιώνυμο τότε και ακμάζον κοινόβιο του Αγίου Παντελεήμονος στο Άγιον Όρος. Στη Μονή Αγίου Παντελεήμονος εκάρη μοναχός το 1866, απολαμβάνοντας μεγάλη αγάπη και εκτίμηση από τον Έλληνα ηγούμενο της Μονής και τους άλλους, κατά πλειοψηφία Έλληνες μοναχούς. Ο μοναχός Δανιήλ, την περίοδο αυτή διακονούσε ως γραμματέας της Μονής.

Η περίοδος όμως εκείνη χαρακτηρίζεται από τα ρωσικά σχέδια του Πανσλαβισμού. Ο Πανσλαβισμός αποτέλεσε εργαλείο του Ρωσικού επεκτατισμού στην εξωτερική πολιτική που επεκτεινόταν και στις εκκλησιατικές διακαιοδοσίες. Απλώθηκε μάλιστα και στο Άγιο Ὄρος. Ειδικότερα, την περίοδο 1874-1875 οι Ρώσοι μοναχοί προσπαθούσαν να ελέγξουν τη διοίκηση της Μονής Αγίου Παντελεήμονος με αποτέλεσμα να ανακύψουν φιλονικίες και εντάσεις. Έτσι οι ελληνικής καταγωγής μοναχοί αποχώρησαν, ανάμεσα σε αυτούς και ο μοναχός Δανιήλ που μετέβη στη Μικρά Αγία Ἄννα.

Αποστολή στη Θεσσαλονίκη

Ο Δανιήλ εκλήθη στο Οικουμενικό Πατριαρχείο για εξηγήσεις και τιμωρήθηκε άδικα με οριστική απομάκρυνση από το Άγιο Όρος. Εστάλη στον Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Ιωακείμ (τον μετέπειτα Οικ. Πατριάρχη) ο οποίος αναγνωρίζοντας την αδικία, του πρότεινε να μείνει σε μονή της Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης. Έτσι ο Δανιήλ επέλεξε τη Μονή Αγίας Αναστασίας Φαρμακολύτριας στα Βασιλικά Θεσσαλονίκης. Εκεί ο Δανιήλ συνεισέφερε τα μέγιστα στην πνευματική ανόρθωση της Μονής με την εισαγωγή του αγιορείτικου τυπικού στη νηστεία και στις ακολουθίες, και κέρδισε την αγάπη όλων. Εφόσον είχε επιτευχθεί από τους Ρώσους μοναχούς η εκρώσσιση της Ιεράς Μονής Παντελεήμονος και είχε επικυρωθεί με Πατριαρχικό Σιγίλλιο η εκλογή του Ρώσου Ηγουμένου Μακαρίου, ανακλήθηκε η εξορία του Δανιήλ. Αυτό σήμαινε ότι μπορούσε να επανέλθει στο Άγιον Όρος, αλλά όχι στη Μονή Παντελεήμονος.

Επιστροφή στο Άγιο Όρος

Επιστρέφοντας στο Άγιο Όρος παρέμεινε για πέντε περίπου έτη στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου, όπου συνέβη και η θαυματουργική θεραπεία του από τον κολικό νεφρού που τον ταλαιπωρούσε συχνά. Εστάλη από τη Μονή Βατοπαιδίου στην πατρίδα του, τη Σμύρνη, για να διευθετήσει υποθέσεις του εκεί μετοχίου της Μονής. Παρέμεινε στη Σμύρνη εννέα μήνες και τόσο πολύ εκτιμήθηκε από τον τότε μητροπολίτη Σμύρνης Μελέτιο, ώστε του έγινε η πρόταση να μείνει εκεί και να χειροτονηθεί επίσκοπος βοηθός του. Ο Δανιήλ όμως αρνήθηκε και επέστρεψε στο Άγιο Όρος. Το 1881 δημιούργησε στα Κατουνάκια του Αγίου Όρους την καλύβη του, η οποία υπήρξε το θεμέλιο για το σημερινό ησυχαστήριο της αδελφότητας των Δανιηλαίων.

Ο Γέροντας Δανιήλ άσκησε την τέχνη της αγιογραφίας και την παρέδωσε στην αδελφότητα, η οποία την ασκεί μέχρι σήμερα. Όμως περισσότερο έχουν μείνει ιστορικές οι πραγματείες, οι μελέτες και οι εκατοντάδες επιστολές του που αντιμετωπίζουν με σύνεση και πατερική κατοχύρωση, σοβαρά πνευματικά και θεολογικά ζητήματα.[9]

Ο Γέρων Δανιήλ, συνεδεόταν πνευματικά με τον Άγιο Νεκτάριο, με τον όσιο Γέροντα Φιλόθεο Ζερβάκο, τη Γερόντισσα Θεοδοσία, Ηγουμένη της Ιεράς Μονής Κεχροβουνίου της Τήνου, με τον λογοτέχνη Αλέξανδρο Μωραϊτίδη (αργότερα Μοναχό Ανδρόνικο), τον οποίον ο π. Δανιήλ βοήθησε στον μοναχικό του προσανατολισμό και με πολλές άλλες πνευματικές μορφές της εποχής του.

Εκοιμήθη στις 8 Σεπτεμβρίου του 1929, εορτή του Γενεθλίου της Θεοτόκου.

πηγή: https://www.orthodoxianewsagency.gr

Διδαχές και σπάνιες φωτογραφίες του γέροντα Ιωσήφ του Ησυχαστή

 


Διδαχές και σπάνιες φωτογραφίες του γέροντα Ιωσήφ του Ησυχαστή

Τα μέρη που έζησε στο Άγιο Όρος και τι έλεγε για τα σύγχρονα προβλήματα

Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι, που από τη στιγμή της γέννησης τους οι γύρω τους αντιλαμβάνονται ότι έχουν έρθει σε αυτόν τον κόσμο για κάποιο λόγο, με κάποιο σκοπό. Άνθρωποι που ο χαρακτήρας, οι τρόποι τους και όλη η ζωή τους είναι πλήρως εναρμονισμένα με το Λόγο του Θεού. Ένας τέτοιος άνθρωπος, ένας αγιορείτης πατέρας, ένας Άγιος, ένα παράδειγμα προς μίμηση σε κάθε έκφανση της ζωής του ήταν και ο γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής. Τα διδάγματα του, η πίστη του, ακόμη και αυτή η καθημερινότητα του, ο τρόπος που βίωνε την ασκητική ζωή ενέπνευσαν μοναχούς και πιστούς. Οι διδαχές του ακόμη και σήμερα είναι επίκαιρες και μιλούν στις ψυχές των ανθρώπων.

Παρακάτω ακολουθούν φωτογραφίες του γέροντα Ιωσήφ από το Άγιο Όρος, μαζί με άλλους πατέρες της Αθωνικής Πολιτείας, καθώς και από μέρη στα οποία έζησε, αλλά και αποσπάσματα από επιστολές του, οι οποίες έχουν αποδοθεί στη νεοελληνική γλώσσα από Βατοπαιδινούς πατέρες.  Ο γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής γράφει για το θύμο, που τόσο ταλαιπωρεί τους σύγχρονους ανθρώπους, ειδικά σε δύσκολες περιόδους, αλλά και για το πως πρέπει να γνωρίσουμε τον εαυτό μας, για να μπορέσουμε να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι και να έρθουμε πιο κοντά στο Θεό.

 

 


Για το θυμό

«Ο θυμός από μόνος του, είναι φυσικός. Όπως τα νεύρα στο σώμα. Είναι και αυτός νεύρο ψυχής. Και οφείλει να τον μεταχειρίζεται ο καθένας εναντίον των δαιμόνων, ανθρώπων αιρετικών, και σε όσους τον εμποδίζουν από το δρόμο του Θεού. Εάν δε θυμώνεις κατά των ομοψύχων αδελφών ή γίνεσαι έκτος εαυτού, χαλάς τα έργα των χεριών σου, γνώριζε ότι πάσχεις από κενοδοξία και κάνεις παράχρηση του νεύρου της ψυχής. Απαλλάσσεσαι δε με την αγάπη προς όλους και την αληθινή ταπεινώση.

Γι’ αυτό, όταν σου έλθει θυμός κλείσε το στόμα δυνατά και μη μιλήσεις σ’ αυτόν που σε βρίζει ή σε ατιμάζει ή σε ελέγχει ή με πολλούς τρόπους και χωρίς λόγο σε πειράζει. Και αυτός σαν το φίδι θα στρίψει μέσα στην καρδιά, θα ανέβει μέχρι το λαιμό, και αφού δεν θα του δώσεις διέξοδο θα πνιγεί και θα σκάσει. Και, όταν αυτό επαναληφθεί λίγες φορές, θα λιγοστέψει και θα πάψει τελείως.

Επειδή ο άνθρωπος είναι πλασμένος λογικός και ήμερος, διορθώνεται ασυγκρίτως καλύτερα με την αγάπη και τον ήμερο τρόπο, παρά με το θυμό και τη αγριότητα. Αυτό το βρήκα και εγώ μετά από πολλή και μεγάλη δοκιμασία. Με το καλό και με την αγάπη μπορείς να κάνεις πολλούς να ημερέψουν, Και αν κανείς είναι καλοπροαίρετος, τον κάνεις γρήγορα να συμμορφωθεί, να γίνει Άγγελος του Θεού».

 

 


Να γνωρίσεις τον εαυτό σου

«Και γι’ αυτό πρώτα απ’ όλα χρειάζεται το “γνώθι σαυτόν”. Δηλαδή να γνωρίσεις τον εαυτό σου, ποιος είσαι. Ποιος είσαι στ’ αλήθεια, όχι ποιός νομίζεις εσύ ότι είσαι. Με τη γνώση αυτή γίνεσαι ο σοφότερος των ανθρώπων. Με τέτοια επίγνωση έρχεσαι σε ταπείνωση και παίρνεις χάρη από τον Κύριο. Διαφορετικά αν δεν αποκτήσεις αυτογνωσία, αλλ’ υπολογίζεις μόνο τον κόπο σου, γνώριζε ότι πάντοτε θα βρίσκεσαι μακριά από το δρόμο. Διότι δεν λέει ο Προφήτης· “ίδε, Κύριε, τον κόπον μου”, αλλά “ίδε, λέγει, την ταπείνωσίν μου και τον κόπον μου”. Ο κόπος είναι για το σώμα, η ταπείνωση για τη ψυχή και πάλι τα δύο μαζί, κόπος και ταπείνωση, για όλον τον άνθρωπο.

Ποιός νίκησε το διάβολο; Αυτός που γνώρισε την ασθένειά του, τα πάθη και τα ελαττώματα, που έχει. Ο φοβούμενος να γνωρίσει τον εαυτό του, αυτός βρίσκεται μακριά από τη γνώση· άλλο τίποτε δεν αγαπά παρά να βλέπει μόνο λάθη στους άλλους και να τους κρίνει. Αυτός δεν βλέπει στους άλλους χαρίσματα, αλλά μόνον ελαττώματα- δεν βλέπει στον εαυτό του ελαττώματα, παρά μόνο χαρίσματα. Και αυτό είναι το χαρακτηριστικό ελάττωμα των ανθρώπων του καιρού μας που δεν αναγνωρίζουμε ο ένας το χάρισμα του άλλου. Ο ένας στερείται πολλά, μα οι πολλοί τα έχουν όλα. Αυτό που έχει ο ένας δεν το έχει ο άλλος. Και, αν αυτό το αναγνωρίζουμε, υπάρχει πολλή ταπείνωση. Γιατί έτσι τιμάται και δοξάζεται ο Θεός, ο οποίος με πολλούς τρόπους στόλισε τους ανθρώπους και έκανε όλα τα δημιουργήματά του άνισα, δηλ. διαφορετικά. Όχι όπως προσπαθούν οι ασεβείς να φέρουν ισότητα ανατρέποντας την θεία Δημιουργία. Ο Θεός τα πάντα εν σοφία εποίησεν».

 

 

 

 

 


 

 

 


 

 


 

 

Πηγή για τις επιστολές: Μονή Βατοπαιδίου


Ἄν θέλεις νά βρεῖς τόν Θεό διά τῆς «εὐχῆς» δέν θά σταματᾶς ποτέ αὐτήν τήν ἐργασία

 





«Η πράξη της νοεράς προσευχής είναι να βιάσεις τον εαυτόν σου να λέγεις συνεχώς την ευχή με το στόμα αδιαλείπτως.

Στην αρχή γρήγορα, να μην προφθάνει ο νους να σχηματίζει λογισμό μετεωρισμού.
Να προσέχεις μόνο στα λόγια: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».
Όταν αυτό πολυχρονίσει, το συνηθίζει ο νους και το λέγει και γλυκαίνεσαι ωσάν να έχεις μέλι στο στόμα σου και θέλεις να το λέγεις.
Αν το αφήσεις στενοχωρείσαι πολύ.
Όταν το συνηθίσει ο νους και χορτάσει -το μάθει καλά- τότε το στέλνει στην καρδιά.
Επειδή ο νους είναι ο τροφοδότης της ψυχής και μεταφέρει στην καρδιά οτιδήποτε φαντασθεί.
Όταν ο ευχόμενος κρατεί τον νου του να μη φαντάζεται τίποτε, αλλά να προσέχει μόνο τα λόγια της ευχής, τότε αναπνέοντας ελαφρά με κάποια βία και θέληση δική του τον κατεβάζει στην καρδιά, και τον κρατεί μέσα και λέγει με ρυθμό την ευχή, «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» …;
Αν θέλεις να βρεις τον Θεό δια της «ευχής» δεν θα σταματάς ποτέ αυτήν την εργασία. Όρθιος, καθήμενος, βαδίζοντας δεν θα μένεις χωρίς την ευχή.
Να μη βγαίνει πνοή χωρίς την ευχή για να εφαρμόζεται ο λόγος του Παύλου «αδιαλείπτως προσεύχεσθε, εν παντί ευχαριστείτε».
Εάν μπορέσεις να λέγεις την «ευχή» εκφώνως και συνέχεια, σε δύο-τρεις μήνες πιστεύω την συνηθίζεις και μετά πλησιάζει η Θεία Χάρις και σε ξεκουράζει.
Αρκεί να μη σταματήσεις να την λέγεις με το στόμα, χωρίς διακοπή.
Όταν την παραλάβει ο νους τότε θα ξεκουρασθείς με την γλώσσα να την λέγεις.
Όλη η βία είναι στην αρχή, έως ότου γίνει συνήθεια.
Κατόπιν θα την έχεις σ’ όλα τα χρόνια της ζωής σου.
Μόνο κτύπα ευθέως την θύρα του θείου ελέους και πάντως ο Χριστός μας θα σου ανοίξει, εάν επιμένεις».

(Γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής)

Γέροντας Ἰωσήφ Ἡσυχαστής: Πρός νέον ἐρωτήσαντα περί τῆς «εὐχῆς»

 

Αγαπητέ εν Χριστώ αδελφέ μου, εύχομαι να είσαι καλά. Εσήμερον έγινα κάτοχος της επιστολής σου και σε δίδω απάντησιν εις όσα μου γράφεις. Αι πληροφορίες, όπου ζητείς, δεν απαιτούσι καιρόν και κόπον δια να σκεφθώ να σε απαντήσω. Η νοερά προσευχή εις εμένα είναι όπως η τέχνη του καθενός, καθότι εργάζομαι αυτήν τριανταέξ και επέκεινα χρόνια. Όταν εγώ ήλθα στο Άγιον Όρος, εζήτησα απ’ ευθείας τους ερημίτας, οπού εργάζονται την προσευχήν. Τότε υπήρχαν πολλοί – πριν σαράντα χρόνια – οπού είχαν ζωή μέσα τους. Άνθρωποι αρετής. Γεροντάκια παλαιά. Από αυτούς εκάναμε Γέροντα και τους είχαμεν οδηγούς. Λοιπόν η πράξις της νοεράς προσευχής είναι να βιάσης τον εαυτόν σου να λέγης συνεχώς την ευχήν με το στόμα, αδιαλείπτως. Εις την αρχήν γρήγορα· να μην «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Όταν αυτό πολυχρονίση, το συνηθίζει ο νους και το λεγει. Και γλυκαίνεσαι ωσάν να έχης μέλι στο στόμα σου. Και θέλεις όλο να το λέγης. “Αν το αφήνης, στενοχωρείσαι πολύ.

Όταν το συνηθίση ο νους και χορτάση -το μάθη καλά – τότε το στέλνει εις την καρδίαν. Επειδή ο νους είναι ο τροφοδότης της ψυχής και ό,τι καλόν ή πονηρόν ίδη ή ακούση η δουλειά του είναι να το κατεβάση εις την καρδιαν, οπού είναι το κέντρον της πνευματικης και σωματικής δυνάμεως του ανθρώπου, ο θρόνος του νου· λοιπόν, όταν ο ευχόμενος κρατάη τον νουν του να μην φαντάζεται τίποτε, αλλά προσέχει μόνον στα λόγια της ευχής, τότε αναπνέοντας ελαφρά με κάποιαν βίαν και θέλησιν εδικήν του τον κατεβάζει εις την καρδίαν και τον κρατεί μέσα δίκην κλεισούρας, και λέγει με ρυθμόν την ευχήν: – Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με! Εις την αρχήν λέγει μερικές φορές την ευχήν και παίρνει μιαν αναπνοήν. Κατόπιν, όταν συνηθίση να στέκη ο νους εις την καρδίαν, λέγει εις κάθε αναπνοήν μιαν ευχήν. «Κύριε Ιησού Χριστέ»: εμβαίνει η αναπνοή, «ελέησόν με»: εβγαίνει. Αυτό γίνεται μέχρις ότου επισκιάση και αρχίση να ενεργή η χάρις μέσα εις την ψυχήν μετά πλέον είναι θεωρία. Λοιπόν παντού λέγεται η ευχή· και καθήμενος και στο κρεβάτι και περιπατώντας και όρθιος.  «Αδιαλείπτως προσεύχεσθε, εν παντί ευχαριστείτε», λέγει ο Απόστολος. Δεν πρόκειται όμως μόνον όταν πλαγιάζης να προσεύχεσαι. Θέλει αγώνα «όρθιος-καθήμενος». Όταν κουράζεσαι, κάθεσαι. Και πάλιν όρθιος. Να μη σε πιάνη ο ύπνος. Αυτά λέγονται «πράξις». Δεικνύεις την προαίρεσίν σου εις τον Θεόν το δε παν έγκειται εις Αυτόν, εάν σου δώση. Ο Θεός είναι η αρχή και το τέλος. Η χάρις Του ενεργεί όλα. Αυτή είναι η κινητήριος δύναμις. Το δε πως γίνεται, πως ενεργείται η αγάπη, είναι να φυλάξης τας εντολάς. “Όταν εσύ εγείρεσαι την νύκτα και προσεύχεσαι· όταν βλέπης τον ασθενή και τον συμπαθής· την χήραν και τα ορφανά, τους γέροντας και τους ελεής, τότε σε αγαπά ο Θεός. Και τότε και συ τον αγαπάς. Εκείνος πρώτον αγαπά και εκχέει την χάριν Του. Και ημείς τα ίδια εκ των ιδίων, «τα σα εκ των σων» αποδίδομεν. Εάν λοιπόν ζητής να τον εύρης μόνον δια της «ευχής», μη βγάλης πνοήν χωρίς την ευχήν. Πρόσεχε μόνον να μη δέχεσαι φαντασίες. Διότι το Θείον είναι ανείδεον, αφάνταστον, αχρωμάτιστον είναι υπερτέλειον. Δεν δέχεται συλλογισμούς. Ενεργεί ως αύρα λεπτή εν ταις διανοίαις ημών. Η κατάνυξις έρχεται, όταν σκέπτεσαι πόσον ελύπησες τον Θεόν. Όπου Εκείνος είναι τόσον καλός, τόσον γλυκύς, τόσον ελεήμων, αγαθός, όλος γεμάτος αγάπη. Όπου εσταυρώθη και όλα τα έπαθεν δι’ ημάς. Αυτά και άλλα όπου έπαθεν ο Κύριος, όταν μελετάς, σου φέρνουν κατάνυξιν. Λοιπόν, εάν ημπορέσης να λέγης την ευχήν εκφώνως και αδιαλείπτως, σε δυο-τρεις μήνες την συνηθίζεις. Και επισκιάζει η χάρις και σε δροσίζει. Μόνον να την λέγης εκφώνως, χωρίς διακοπήν. Και όταν την παραλάβη ο νους, τότε θα ξεκουρασθής με την γλώσσαν να την λέγης. Και πάλιν, όταν την αφήνη ο νους, αρχίζει η γλώσσα. “Όλη η βία χρειάζεται εις την γλώσσαν, έως ότου να συνηθίσης εις την αρχήν κατόπιν, όλα της ζωής σου τα έτη, θα την λέγη ο νους χωρίς κόπων. Όταν έλθης, ως λέγεις, εις το Άγιον Όρος, να έλθης να μας ιδής. ‘Αλλά τότε θα ομιλήσωμεν άλλα πράγματα. Δεν θα σου μείνη καιρός δια την ευχήν. Την ευχήν αυτού θα την βρεις, όπου θα είναι ήσυχον το μυαλό σου. Εδώ όπου θα γυρίζης στα Μοναστήρια αλλού θα περισπάται ο νους σου, εις εκείνα οπού θα ακούς και θα βλέπης. Εγώ είμαι βέβαιος ότι θα την ‘βρης την “ευχή”. Μην αμφιβάλλης. Μόνον κτύπα ευθέως εις την θύραν του θείου ελέους και πάντως ο Χριστός θα σου ανοίξη· είναι αδύνατον. Αγάπησε τον πολύ, δια να λάβης πολύ. Εις την αγάπην Του, πολλήν ή ολίγην, έγκειται η δόσις, πολύ ή ολίγον. http://www.pemptousia.gr

Τό δογματικό ὑπόβαθρο τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς καί διδασκαλίας τοῦ Γέροντος Ἰωσήφ τοῦ Ἡσυχαστή


 

  ΤΟ ΔΟΓΜΑΤΙΚΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ ΤΗΣ ΑΣΚΗΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ 
ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΙΩΣΗΦ ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΤΗ*
Καθηγητή Δημητρίου Τσελεγγίδη | Τμήμα Θεολογίας Α.Π.Θ.

Εισαγωγικά
Ευθύς εξαρχής θα πρέπει να υπενθυμήσουμε, ότι τα κείμενα του γέροντα Ιωσήφ απευθύνονται σε πιστούς, που είναι συνειδητά ενταγμένοι στην Εκκλησία, και επομένως είναι δεδομένη μυστηριακή ζωή τους.
Από τη μελέτη των κειμένων του γέροντα Ιωσήφ προκύπτει σαφώς, ότι η ασκητική ζωή και διδασκαλία του Αθωνίτη Ησυχαστή είναι θεμελιωμένη στη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας. Κύρια χαρακτηριστικά της διδασκαλίας του είναι, ότι αυτή εναρμονίζεται απόλυτα με το Ορθόδοξο δόγμα και ότι αναδύεται μέσα από την προσωπική βιωματική εμπειρία του. Ο ίδιος εμφανίζεται ως άριστος διδάσκαλος και καθοδηγητής της εν Χριστώ ασκητικής ζωής ως «εν πείρα και πράξει διδάκτορας»1, ο οποίος έμαθε εμπειρικώς και βιωματικώς, αφού «έπαθε» θεοπρεπώς τα θεία, οπότε και αναδείχθηκε αληθινά θεοδίδακτος2. Ο λόγος του έχει αποδεικτικό χαρακτήρα3 και ταυτίζεται με το φρόνημα των διαχρονικώς «φερομένων υπό του Αγίου Πνεύματος»4. Επ’ αυτού είναι διαφωτιστική και η μαρτυρία του ίδιου, ότι τα κείμενά του γράφονταν μετά από πολύωρη νοερά προσευχή5.
Ολόκληρη η ύπαρξη και η ζωή του ήταν σταθερά προσανατολισμένη στο Θεό6, πράγμα που συνέβαλε στη διαμόρφωση της δογματικής συνειδήσεώς του και κατ’ επέκταση στη θεολογική υποδομή της ασκητικής ζωής και διδασκαλίας του. Η θεολογική αυτή υποδομή του γέροντα Ιωσήφ δεν εκφράζεται με θεολογικούς και ακαδημαϊκούς όρους, υποδουλώνεται όμως σαφώς μέσα από τον απλό αυθόρμητο, και εκκλησιαστικά βιωμένο λόγο του. Άλλωστε, επειδή η ασκητική ζωή του π. Ιωσήφ έχει θεολογικές προϋποθέσεις και ειδικότερα δογματικό υπόβαθρο, καθίσταται ακόμη περισσότερο σημαντική, και εκκλησιαστικά περισσότερο αξιόπιστη η διδασκαλία του.

α) Η Αποκάλυψη του Θεού
Ο γέροντας Ιωσήφ βιώνει την Αποκάλυψη του Θεού στην κτίση και στην Εκκλησία ως χαρισματική εμπειρία της παρουσίας του ίδιου του Θεού, ως φανέρωσή του δια των ακτίστων ενεργειών του, ως μία συνεχή δηλαδή, Θεοφάνεια. Θεμελιώδης προϋπόθεση γι’ αυτή τη Θεοφάνεια αποτελεί η τήρηση των εντολών του. Η τήρηση, μάλιστα, της πρώτης εντολής, που συνοψίζει και όλες τις άλλες, ελκύει τον Τριαδικό Θεό στην καρδιά του πιστού: «Τότε θα έλθη μέσα σου ο Χριστός», σημειώνει ο γέροντας Ιωσήφ, «όπου είναι ο Λόγος, συν τω Πατρί και τω πνεύματι, και μονήν υπεσχέθη, και έσει ναός»7. Στην πράξη αυτό μεταφράζεται ως βίωση «εν πάση αισθήσει» της παρουσίας της άκτιστης θεοποιού Χάριτος και ως θέα του αρρήτου κάλλους του Παραδείσου8.

β) Θεολογία
Η θεολογία του γέροντα Ιωσήφ είναι ησυχαστική, όχι μόνον επειδή «κυοφορήθηκε» και αναπτύχθηκε στην ησυχία, αλλά και γιατί εμποτίστηκε από αυτήν. Γι’ αυτό και έλκει προς την ησυχία όσους προσεγγίζουν την πηγαία θεολογία του ταπεινά. Η βιωματικώς παρουσιαζόμενη θεολογία του προκαλεί, ευαισθητοποιεί και τροφοδοτεί το ενδιαφέρον του αναγνώστη των κειμένων του να κινηθεί στη «συχνότητά» του, για να βιώσει και ο ίδιος την γλυκύτητα της παρουσίας του Θεού μέσα του. Η ασκητική ζωή και διδασκαλία του π. Ιωσήφ, ενταγμένες οργανικά στον Ησυχασμό, έχουν όχι μόνο θεολογική βάση αλλά και θεολογική βαθύτητα.
Ως ασφαλή προϋπόθεση της θεολογίας ο Ησυχαστής μας θεωρεί «την καθαρότητα των αισθήσεων, την ειρήνη και τη γαλήνη του Πνεύματος», που λαμβάνονται»εις την ησυχίαν»9. Την καθαρότητα αυτή διαδέχεται ο φωτισμός του νου και το φωτισμό η θεωρία του Θεού10, που συνιστά και την τελευταία βαθμίδα εμπειρικής γνώσεως του Θεού. Ο άνθρωπος, λέει, «όταν εν υπακοή και ησυχία καθαγνίση τας αισθήσεις και γαληνιάση ο νους και καθαρθή η καρδία του, τότε λαμβάνει Χάριν και γνώσεως φωτισμόν. Γίνεται όλος φως, όλος νους, όλος διαύγεια. Και βρύει θεολογίαν, όπου αν γράφουν τρεις δεν προλαμβάνουν το ρεύμα που βρύει κυματωδώς και σκορπίζει ειρήνην άκραν, ακινησίαν παθών»11. Αλλά, ενώ η διατήρηση της καθαρότητας προϋποθέτει την επιμέλεια και συνεργία του ανθρώπου, οι φωτοφάνειες και Θεοφάνειες εξαρτώνται πλήρως από το Θεό, πότε, δηλαδή, πόσο, και αν θα γίνουν12. Κατά τη θεοπτία ο άνθρωπος γίνεται «όλως αιχμάλωτος, τη σιωπή αποκλειόμενος. Μόνον θαυμάζει τον πλούτον της δόξης του Θεού, έως αν παρέλθη δ γνόφος»13.
Η εμπειρία των Θεοφανειών, ως εμπειρία του ακτίστου, όσο και αν επιχειρηθεί να εκφραστεί με κτιστό ανθρώπινο λόγο, παραμένει ουσιαστικά ανέκφραστη. «Όλα εκείθεν απόρρητα διηγήσεως»14, θα πει επιγραμματικά ο «παθών τα θεία» γέροντας. Έχοντας ο ίδιος προσωπική – βιωματική εμπειρία της θεοποιού Χάριτος του Θεού, μιλά με απόλυτη βεβαιότητα για την ταυτότητά της. «Ουδεμία χωρεί αμφιβολία», σημειώνει χαρακτηριστικά, «κατ’ εκείνην την ευλογημένην στιγμήν (ενν. της μεθέξεως), ώστε να διανοηθεί ο δεχόμενος αυτήν, ότι δεν είναι η θεία Χάρις»15. Η μέθεξη αυτή καθεαυτήν της θείας Χάριτος έχει αποδεικτικό χαρακτήρα γι’ αυτόν, που τη βιώνει. Ο βιωματικός και ταυτόχρονα αποδεικτικός χαρακτήρας της μεθέξεως δίνει τη δυνατότητα στο μέτοχό της να εκφράζεται με αυθεντία και να παραπέμπει άφοβα στις αντίστοιχες μαρτυρίες των αδιαμφισβήτητα ειδικών, δηλαδή των θεοπτών της άκτιστης θείας δόξας. «Η θεία Χάρις, κατά μέθεξιν την εμήν, εν αισθήσει Πνεύματος νοουμένη και παρά τοις ειδόσι μεμαρτυρημένη», θα πει τολμηρά και θα συνεχίσει θεολογικότατα, «απαύγασμα είναι της θείας λαμπρότητος, αισθομένη εν θεωρία και διαύγεια νοός»16.
Ο ίδιος γνωρίζει εμπειρικώς όχι απλώς την ποικιλία των ενεργειών της θείας Χάριτος17, αλλά ως άριστος διδάσκαλος περιγράφει και την παιδαγωγικού χαρακτήρα κλιμάκωση των ακτίστων ενεργειών της στους μετόχους της18. Η θεία Χάρη ενεργεί βαθμιαία, ως καθαρτική, ως φωτιστική και ως τελειωτική, ανάλογα πάντοτε με την πνευματική κατάσταση του μετόχου της.
Έχοντας πλούσια εμπειρία της άκτιστης θείας Χάριτος και στα τρία χαρισματικά στάδια, κάνει με πολύ ευκολία τη βασική γνωσιολογική διάκριση κτιστού και ακτίστου, όχι θεωρητικά αλλά πρακτικά. Η προσωπική, πνευματική εμπειρία του ακτίστου του παρέχει το «κλειδί» της γνωσιολογικής διακρίσεως. Έτσι, εύστοχα διακρίνει την κτιστή από την άκτιστη αγάπη. «Άλλη εστίν η εντολή της αγάπης, δια έργων αγαθών πληρουμένη προς φιλαδελφίαν», παρατηρεί, «και άλλο η ενέργεια της θείας αγάπης»19. Κανείς δε μπορεί εξ ιδίων να εκφράσει το περιεχόμενο αυτό της αγάπης, παρά μόνον εκείνος, στον οποίο ο ίδιος ο Θεός θα δώσει την ενέργεια των λόγων, τη σοφία και τη γνώση. Τότε, στην πραγματικότητα, μέσω της ανθρώπινης γλώσσας θα μιλά και θα εγκωμιάζεται ο ίδιος ο Χριστός20.
Από τα παραπάνω γίνεται σαφές, ότι ο π. Ιωσήφ κάνει λόγο για την αγάπη ως ενέργεια του Θεού. Μια προσεκτική μελέτη όμως των κειμένων του γέροντα Ιωσήφ αναδεικνύει την Τριαδοκεντρικότητα  της πνευματικής εμπειρίας του. Η αγάπη, είναι κοινή ενέργεια και των Τριών θείων προσώπων. Η κοινή αυτή ενέργεια της θείας αγάπης φανερώθηκε στον κόσμο εν Χριστώ. Αυτός είναι ο αυτουργός της αγάπης του Τριαδικού Θεού προς τον άνθρωπο, αφού όλα στην θεία Οικονομία γίνονται Τριαδικώς δια του Χριστού. Η δογματική αυτή διδασκαλία της Εκκλησίας υποδηλώνεται στην όλως προσωπική διατύπωση του Αθωνίτη Ησυχαστή: «Η αγάπη δεν είναι άλλο ει μη αυτός ο Σωτήρ και Πατήρ, ομού Πνεύμα το θείον, ο γλυκύς Ιησούς»21.

γ) Τριαδολογία
Η ασκητική διδασκαλία του γέροντα Ιωσήφ, με βάση τη γραπτή και προφορική επιβεβαίωση των υποτακτικών του, θεμελιώνεται στην υπακοή22. Η υπακοή έχει ιδιαίτερη θεολογική σημασία, επειδή αποτελεί σχέση που χαρακτηρίζει τη ζωή της Αγίας Τριάδος κατά τη φανέρωσή της στη θεία Οικονομία. Σύμφωνα με τη βιβλική μαρτυρία, ο Χριστός ήρθε στον κόσμο όχι για να κάνει το θέλημά του, αλλά το θέλημα του Θεού Πατέρα23. Αλλά και το Άγιο Πνεύμα, κατά τη διαβεβαίωση του Χριστού, δε θα μιλήσει «αφ εαυτού, αλλ’ όσα ακούσει λαλήσει»24. Είναι, λοιπόν, φανερό ότι η αρετή της υπακοής, είναι το θεμέλιο της Ορθόδοξης ασκητικής, έχει Τριαδολογική θεμελίωση25.
Η θεολογική σκέψη και η προσευχή του π. Ιωσήφ έχει δοξολογικό και ευχαριστιακό χαρακτήρα με κέντρο αναφοράς τον Τριαδικό Θεό26. Αλλά και στη μυστηριακή κοινωνία των πιστών με το Χριστό, κατά τη θεία Ευχαριστία, προσδίδει Τριαδολογικό περιεχόμενο, διακρίνοντας πάντοτε ουσία, ενέργεια και υποστάσεις στον Τριαδικό Θεό. «Οπόταν ημείς κοινωνούμεν αξίως», σημειώνει, «…εσθίομεν το σώμα του Ιησού και το αίμα…Και οπόταν ημείς τον Χριστόν περιέχομεν απορρήτως εις την ψυχήν και εις το σώμα, «ανουσίως» – επειδή είναι συν Πατρί αδιαίρετος – και τον Πατέρα συνέχομεν ομού και το Άγιον Πνεύμα»27. Η Τριαδολογία του, άλλωστε, είναι έντονα εμποτισμένη από το πνεύμα του Ησυχασμού, γι’ αυτό και κυριαρχεί η θεολογία του φωτός. Ο Χριστός χαρακτηρίζεται από τον γέροντα Ιωσήφ ως «αρχίφωτος»28, και ως «το φως το υπέρ παν φως, το εξ ανάρχου Πατρός Γεννήτορος»29, ανακαλώντας στη μνήμη μας το σχετικό άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως. Τέλος η μία, αγία, ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα ομολογείται πάντοτε από τον ίδιο ως η «μόνη πηγή παντός αγαθού και πάσης ευλογίας»30.

δ) Γνωσιολογία
Από τα κείμενα του π. Ιωσήφ αναδύεται η αλήθεια της πίστεως όχι θεωρητική, αλλά βιωμένη εν Αγίω Πνεύματι. Ο γέροντας Ιωσήφ έχει κατεξοχήν χαρισματική γνώση της αληθείας. Ο χαρακτήρας αυτής της γνώσεως είναι πνευματικός και εμπειρικός και προκύπτει από το θείο φωτισμό και τη Θεοφάνεια και τη θεοπτία. Ο θεόπτης αποκτά πρωτογενώς την αληθινή γνώση του Θεού. Η θεωρία – θεοπτία, δηλαδή, έχει ταυτόχρονα και γνωσιολογικό χαρακτήρα. Γι’ αυτό και ο Αγιορείτης Ησυχαστής θα πει επιγραμματικά: «η γνώσις αυτή είναι η θεωρία»31, ενώ σε άλλη συνάφεια θα διευκρινίσει αναλυτικότερα: «Η γνώσις περί Θεού είναι όρασις του Θεού, καθότι η πνευματική γνώσις, όχι η φυσική, γνωρίζει τον Θεόν»32.
Όταν όμως γίνεται λόγος για θέα του Θεού, πρόκειται για τη θέα της άκτιστης θείας Χάριτος, η οποία οράται νοερώς και γνωρίζεται εν αισθήσει νοός κατά την ώρα της προσευχής33.
Κατά τη θεοπτία διευρύνονται τα φυσικά όρια του νου. Τότε ο νους φωτίζεται, πληρούται θεϊκής σοφίας και θεολογεί πηγαίως. Ο θεόπτης έχει τη συνείδηση της χαρισματικής υιοθεσίας του, ενώ ταυτόχρονα έχει και την αυτογνωσία της κατά φύση αφετηρίας του, ότι δηλαδή η ύπαρξή του είναι καθεαυτήν μηδέν και η καταγωγή του το χώμα34. Κατά τον ανατόμο της πνευματικής γνώσεως, η αυτογνωσία προηγείται της θεογνωσίας και αποτελεί τη θεμελιώδη προϋπόθεση για να ελκύσει ο άνθρωπος τη θεία Χάρη, η οποία θα του δώσει το φωτισμό της θεογνωσίας35. Δια της αυτογνωσίας ο άνθρωπος γνωρίζει την ασθένεια και την αδυναμία του36. Γνωρίζοντας ο άνθρωπος ρεαλιστικά την ασθένειά του, στο καμίνι των μεγάλων πειρασμών, βρίσκεται κοντά στην αληθινή ταπείνωση, η οποία ελκύει τη Χάρη του Θεού, (σύμφωνα με τον πνευματικό νόμο: «ο Θεός…ταπεινοίς δίδωσι χάριν»), και έτσι ακολουθεί η αληθινή θεογνωσία ως καρπός της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος37. Τότε ανοίγονται οι οφθαλμοί της ψυχής και γνωρίζει τα του Κυρίου του και ερμηνεύει σωστά τις ενέργειές του38.
Κατά συνέπεια, η πνευματική γνώση καθεαυτήν ως θεογνωσία δεν έχει νοησιαρχικό χαρακτήρα, δεν είναι δηλαδή αποτέλεσμα διανοητικής προσέγγισης και κατανόησης, αλλά αποτελεί βιωματική γνώση, που αποκτάται εμπόνως (δια των πειρασμών)39. Η πνευματική γνώση κατά τον π. Ιωσήφ είναι ολοκληρωμένη και πρακτικώς ωφέλιμη, όταν συνοδεύεται από την πνευματική διάκριση40. Η συνύπαρξη αυτή, πνευματικής γνώσεως και διακρίσεως, διασφαλίζεται από την εν Αγίω Πνεύματι πρόσκτηση της γνώσεως δια της θεοπτίας. Αντίθετα, όταν ο άνθρωπος έχει πνευματική άγνοια, έχει σκοτάδι ψυχής, προσκρούει στο θέλημα του Θεού41 και οδηγείται πρακτικώς στην έπαρση και στη σκλήρυνση της καρδιάς42.

ε) Κτισιολογία
Ο γέροντας Ιωσήφ γνωρίζει καλά την Κτισιολογία της Εκκλησίας και την εκθέτει με συντομία και ακρίβεια. Μνημονεύει το δόγμα της εκ του μη όντος δημιουργίας, αλλά και το λόγο και το αίτιο της κτίσεως. «Τα πάντα δι’ αγάπην και μόνο εκ του μη όντος παρήγαγε εις το είναι»43, σημειώνει επιγραμματικά. Ανάγει σωστά στον Υιό του Θεού όχι μόνο την αυτουργία της πρώτης κτίσεως, τη δημιουργία δηλαδή των αιώνων, αλλά και τη δημιουργία της νοητής κτίσεως, των ουρανίων δυνάμεων, και όλου του αισθητού κόσμου44.
Με τα κεκαθαρμένα πνευματικά αισθητήριά του μας παραδίδει ζωντανή και εμπειρική κοσμολογική διδασκαλία, που προκύπτει, όπως ο ίδιος λέει, από την πρώτη θεωρία, που είναι η θεωρία των όντων. Η πρώτη αυτή θεωρία συνδέεται άρρηκτα με τους «λόγους των όντων». Αλλά από τη θεωρία των όντων διαφαίνεται ο σκοπός σύνολης της δημιουργίας. «Τα πάντα εποίησε δια τον άνθρωπον ο Θεός», σημειώνει, «και αυτούς τους αγγέλους προσέτι εις διακονίαν αυτού»45.
Στα εμπνευσμένα κείμενά του συναντούμε ποιητική, θα λέγαμε, και Φιλοκαλική διατύπωση μιας δοξολογικής Κοσμολογίας. Συγκεκριμένα, αναφερόμενος στα επιμέρους ανόργανα και άλογα δημιουργήματα, κάνει λόγο για «άφωνους θεολόγους», οι οποίοι «θεολογούν» με τον ιδιάζοντα τρόπο, που αναλογεί στο καθένα. Εδώ μιλά για μια «άφωνη» θεολογία της φύσεως. Όλη η φύση θεολογεί: Τα βράχια με την «αφωνία» τους, «το λουλούδι με την φυσικήν του ευωδίαν», ενώ με το φύσημα του αέρα συντίθεται «εναρμόνιος μουσική δοξολογία προς τον Θεόν»46. Όλα αυτά δε λέγονται με ρομαντική διάθεση, «ποιητική αδεία», η από θρησκευτική υπερευαισθησία παθολογικού χαρακτήρα. Υπάρχει, βεβαίως, ευαισθησία στον π. Ιωσήφ, αλλά αυτή οφείλεται, στα «γεγυμνασμένα αισθητήρια προς διάκρισιν»47. Έτσι ο γέροντα Ιωσήφ δεν «τεχνολογεί» την Κτισιολογία του, αλλά θεολογεί. Βλέπει πραγματικά αυτά, που λέει.
Μέσα στο πνεύμα της παραπάνω θεωρήσεως της σύνολης κτίσεως, που αποδίδει ευχαριστίες και δοξολογίες χρεωστικώς, κατά την τάξη της υπακοής της στο Δημιουργό της τοποθετείται οργανικά η παρουσία και η πολιτεία του ιδίου του γέροντα Ιωσήφ. «Δι’ όλον τον κόσμον όλην την νύκτα ευχόμεθα»48, σημειώνει. Έτσι όμως, όχι μόνο εντάσσεται και ο ίδιος εναρμόνια προς όλην την «καλή λίαν» και καλώς ενεργούσα κτίση, αλλά καθίσταται παγκόσμιος άνθρωπος49, ως υπαρξιακώς διευρυνόμενος, αφού λειτουργεί κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο για το καλό της σύνολης δημιουργίας.

στ) Ανθρωπολογία
Ακολουθώντας βιωματικά την αγιοπνευματική Παράδοση των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας, ο γέροντας Ιωσήφ εκφράζει σωστά και την ανθρωπολογική του θεώρηση. Όπως η σύνολη πατερική Παράδοση εντοπίζει το «κατ’ εικόνα» κατεξοχήν στο λογικό και το αυτεξούσιο, έτσι και ο μακαριστός Ησυχαστής συνοψίζει το «κατ’ εικόνα» στη «λογική ψυχή», την οποία θεωρεί ως «πνεύμα»50, η ως «νοερά» ουσία51. Ως «καθ’ ομοίωσιν» ορίζει τις αρετές, με τις οποίες εμπλουτίστηκε το «κατ’ εικόνα»52, τις οποίες χαρακτηρίζει και ως «θεία χαρίσματα του Κυρίου μας»53. Έτσι, προσδίδει στο «καθ’ ομοίωσιν» αληθινή χαρισματική συγγένεια με τον ίδιο το Θεό, επειδή ο κτιστός άνθρωπος οικειώνεται χαρισματικώς άκτιστα θεία προσόντα.
Προσδίδοντας υπαρξιακό χαρακτήρα κατεξοχήν στο εμφύσημα του Θεού προς τον άνθρωπο κατά την δημιουργία του, λέει απερίφραστα, ότι «έχομεν συγγένειαν μετά του Θεού»54,ενώ σε άλλη συνάφεια διευκρινίζει: «όχι ουσιαστικώς»55. Η χαρισματική αυτή συγγένεια με το Θεό είναι το θεμέλιο, πάνω στο οποίο ο Ησυχαστής μας θα οικοδομήσει τη διδασκαλία του για τη νοερά προσευχή και την ένωση του ανθρώπου με το Θεό56.
Όπως σε κάθε Ορθόδοξη ασκητική διδασκαλία και ζωή, έτσι και εδώ ο νους και η καρδία του ανθρώπου αποτελούν κεντρικό θέμα της ανθρωπολογίας του. Συγκεκριμένα, ο νους χαρακτηρίζεται ως «τροφοδότης της ψυχής, καθότι αυτός φέρει πάσαν νοεράς κινήσεως όψιν και νόησιν εις την καρδίαν»57. Ο π. Ιωσήφ είναι απόλυτα σύμφωνος με την πατερική Ανθρωπολογία, η οποία δέχεται το νου ως «πρωτοπαθή»58 τόσο κατά την προγονική – όσο και σε κάθε μεταπατορική – πτώση του ανθρώπου. Έτσι, αναπτύσσει φιλοκαλικώς τη θεραπευτική διαδικασία ξεκινώντας σοφά από τον «πρώτο ασθενή», το νου. Ειδικότερα, ενδιαφέρεται πρωτίστως για την καθαρότητα του νου, στην οποία θα στηρίξει τη θεοπτία. Συναφώς προς το νου, η καρδία ορίζεται ως «το κέντρο της πνευματικής και σωματικής δυνάμεως του ανθρώπου», και ως «ο θρόνος του νου»59.

ζ) Εκκλησιολογία.
Ως ζωντανό και ενεργό μέλος του μυστηριακού σώματος του Χριστού, ο γέροντας Ιωσήφ έχει προσωπική και βιωματική σχέση τόσο με το Χριστό και τη Μητέρα του Θεανθρώπου, όσο και με αγγέλους, με επώνυμους αγίους και με κεκοιμημένους της εν ουρανοίς Εκκλησίας60. Παράλληλα, έχει θείο έρωτα, που φλογίζει την καρδιά και τα σπλάχνα του διαρκώς, για τη σωτηρία των επί γης μελών της Εκκλησίας. «Ο εμός πόθος, η καύσις της εμής καρδίας, ο θείος μου έρως, ο φλογίζων τα σπλάχνα μου διαρκώς, είναι πώς να σωθούν ψυχαί»61, σημειώνει. Αυτός ο πόθος εκφράζεται στην πράξη εμπόνως, με τον κόπο της ολονύκτιας προσευχής και των δακρύων του γι’ αυτούς, κυρίως όμως με την κυριολεκτική αυτοθυσία του, αφού ζητά από το Χριστό η να τους σώσει η να στερήσει και αυτόν του Παραδείσου62.
Τα προβλήματα της Εκκλησίας και τα κακώς έχοντα στον κόσμο δεν τον αφήνουν αδιάφορο. Τη λύση και τη θεραπεία τους όμως τη βλέπει στην προσωπική διόρθωση των πιστών, στο φωτισμό και την τελείωσή τους και όχι στην ανάπτυξη δραστηριοτήτων τους προς τους άλλους. Ο προσωπικός φωτισμός γίνεται και φωτισμός όσων θέλουν να φωτιστούν63.

η) Σωτηριολογία
Αφετηρία και άξονας της Σωτηριολογίας του γέροντα Ιωσήφ, θα μπορούσαμε να πούμε, ότι είναι η τήρηση της πρώτης εντολής, η υπαρξιακή βίωσή της. Ο Θεός, στη σκέψη του π. Ιωσήφ, εμφανίζεται κατά κάποιο τρόπο ζηλότυπος. Και όπως σημειώνει χαρακτηριστικά: «δεν θέλει να αγαπήσεις κανένα πράγμα περισσότερο από αυτόν»64. Έτσι η Σωτηριολογία του έχει έντονα αγαπητικό και βιωματικό χαρακτήρα.
Όπως είναι γνωστό, βασικό χαρακτηριστικό της Ορθόδοξης Σωτηριολογίας είναι η αρχή της συνεργίας, της συνεργασίας δηλαδή του ανθρώπινου αυτεξουσίου με τη Χάρη του Θεού. Η αρχή αυτή διέπει τη ζωή και την ασκητική διδασκαλία του Ησυχαστή μας. «Ο Θεός», λέει, «δεν θέλει μόνος να μας σώση…Πάντοτε βοηθεί, πάντα προφθάνει, αλλά θέλει και ημείς να εργασθούμεν, να κάμωμεν εκείνο, όπου ημπορούμεν»65. Η προαίρεση του ανθρώπου έχει αποφασιστικό χαρακτήρα, αλλά μόνον όταν εμφανίζεται με διάθεση δυναμικά αγωνιστική. Γι’ αυτό ζητά από τον αγωνιζόμενο σκληρό, μέχρις αίματος, αγώνα, για να ξεκολλήσει η «σκουριά» του έσω ανθρώπου και να πεθάνει ο παλαιός άνθρωπος των παθών.
Ιδιαίτερη σωτηριολογική σημασία προσδίδει ο π. Ιωσήφ στην αρετή της υπακοής. Η υπακοή αποβλέπει πρακτικώς στην κάθαρση του ανθρώπου «από τα διάφορα πάθη φρονήσεως και αυταρεσκείας του ιδίου θελήματος»66. Το ίδιο θέλημα είναι εκείνο, που αλλοτριώνει τον πιστό από το Χριστό, και κενώνει στην πράξη το Χριστολογικό δόγμα στη σωτηριολογική προοπτική του. Γίνεται «τείχος χαλκούν, που εμποδίζει τον από του Θεού φωτισμόν και την ειρήνην»67, Ως υπόδειγμα υπακοής προβάλλει τον ίδιο το Χριστό, ο οποίος έγινε «υπήκοος προς τον άναρχο αυτού Πατέρα μέχρι θανάτου σταυρικού»68.Στην υπακοή βλέπει τη σύνοψη των αρετών και τη συσχετίζει με το σταυρό του Χριστού και τη σωτηριολογική σημασία του. «Της υπακοής το φορτίον λογίζεται σύνοψις των λοιπών αρετών», σημειώνει, «όπως και ο σταυρός των παθών του Κυρίου. Και καθώς ο ληστής διά του σταυρού εισήλθεν εις τον Παράδεισον, ούτω και ημείς διά της υπακοής ως διά σταυρού, εισερχόμεθα εις την βασιλείαν»69. Η είσοδος, λοιπόν, στη βασιλεία του Θεού είναι άμεση με την υπακοή. Η θεολογική ερμηνεία αυτής της θέσεως είναι απλή. Η υπακοή συνεπάγει πρακτικώς ταπεινοφροσύνη, και η ταπεινοφροσύνη είναι η θεμελιώδης προϋπόθεση για τη δεκτικότητα της θεοποιού Χάριτος, η οποία μετεχομένη, σε τελευταία ανάλυση, είναι η άκτιστη βασιλεία του Θεού.
Αντίθετα, το ίδιο θέλημα, κατά τον γέροντα Ιωσήφ, αποβαίνει ο θάνατος της ψυχής70. Γι’ αυτό και συνιστά τη συνεχή εκκοπή του και τη μη αναζήτηση «άλλης οδού πλην αυτής»71, επειδή αυτή παρέχει πνευματική ασφάλεια σωτηριολογικού χαρακτήρα, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί το συντομότερο τρόπο για τη λήψη της θείας Χάριτος72.
Ο γέροντας Ιωσήφ χαρακτηρίζει ως «μέγα κατ’ αλήθειαν το μυστήριον της υπακοής»73. Πού έγκειται όμως αυτό το μυστήριο της υπακοής; Έχουμε τη γνώμη, ότι το μυστήριο αυτό συνδέεται με το Χριστολογικό δόγμα. Όπως δηλαδή η πλήρης και τέλεια ανθρώπινη φύση, που προσέλαβε ο Θεός Λόγος, υποτάχτηκε ελεύθερα στο θέλημα του Θεού Πατέρα, που ήταν το ίδιο με το θέλημα του Υιού, έτσι και ο πιστός ενταγμένος μύστηριακώς στο σώμα του Χριστού σώζεται και θεώνεται στο μέτρο αυτής της υπακοής στο Χριστό. Αυτό είναι, άλλωστε, το σωτηριολογικό νόημα του Χριστολογικού δόγματος. Όταν το θέλημα του ανθρώπου διαφοροποιείται από το θέλημα του Θεού, τίθεται μονωτικό τείχος στη σωτηριώδη ενέργεια του Χριστού προς τον άνθρωπο.
Στη διαδικασία του μυστηρίου της υπακοής του πιστού στο Χριστό, ο γέροντας κατέχει τη θέση «κλειδί». Αποτελεί, κατά τον π. Ιωσήφ, «τύπον Χριστού». Γι’ αυτό και προϋποθέτει αγαπητική σχέση του υποτακτικού προς τον γέροντα, ως προς τον ίδιο το Χριστό74. Ως «τύπος Χριστού», ο γέροντας διαβιβάζει την προς αυτόν υπακοή στο πρωτότυπο, το Χριστό75.
Αλλά και στις θλίψεις προσδίδει ο γέροντας Ιωσήφ σωτηριολογική σημασία76.Όποιος αντιμετωπίζει πνευματικά τις θλίψεις, καθαρίζεται από τα πάθη, λαμπικάρεται, μετέχει σε θεωρίες μυστηρίων και γεύεται τη μέλλουσα ζωή στο παρόν77. Στο μέτρο των θλίψεων, μάλιστα, που υφίσταται ο αγωνιζόμενος, λαμβάνει και αντίστοιχη Χ’αρη78. Οι θλίψεις, οι δοκιμασίες και οι πειρασμοί είναι η παιδεία, στην οποία μας υποβάλλει ο Θεός, για να οδηγηθούμε στην απάθεια79. Η υπομονή στους πειρασμούς αποτελεί τον ασφαλή τρόπο της υπερβάσεώς τους, αλλά και τον τρόπο «να γίνει ο άνθρωπος κατά χάριν θεός»80.

ΣΥΝΟΨΗ
Από τη μελέτη του συγγραφικού έργου του γέροντα Ιωσήφ προκύπτει αβίαστα, ότι η ασκητική ζωή και διδασκαλία του είναι θεμελιωμένη στη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας. Κύρια χαρακτηριστικά της διδασκαλίας του είναι, ότι αυτή εναρμονίζεται απόλυτα με το Ορθόδοξο δόγμα και ότι αναδύεται μέσα από την προσωπική βιωματική εμπειρία του.
Την Αποκάλυψη του Θεού τόσο στην κτίση όσο και στην Εκκλησία τη βιώνει και την κατανοεί ως χαρισματική εμπειρία της παρουσίας του ιδίου του Θεού, ως φανέρωσή του δια των ακτίστων ενεργειών του, ως μία συνεχή Θεοφάνεια. Ασφαλή προϋπόθεση της Θεολογίας θεωρεί την καθαρότητα των αισθήσεων, την οποία διαδέχεται ο φωτισμός του νου, και τον φωτισμό η θεωρία του Θεού, που συνιστά και την τελευταία βαθμίδα εμπειρικής γνώσεως του Θεού. Ο γέροντας Ιωσήφ έχει χαρισματική γνώση της αλήθειας, που προκύπτει από το θείο φωτισμό κατά τη θεοπτία. Τότε διευρύνονται τα φυσικά όρια του νου. Ο νους φωτίζεται, πληρούται θεϊκής σοφίας και θεολογεί πηγαίως. Η πνευματική γνώση καθεαυτήν ως θεογνωσία δεν έχει νοησιαρχικό χαρακτήρα, αλλά αποτελεί βιωματική γνώση, που αποκτάται εμπόνως διά των πειρασμών. Η θεολογική σκέψη και η προσευχή του έχει κέντρο αναφοράς τον Τριαδικό Θεό, ενώ στην Τριαδολογία του κυριαρχεί η θεολογία του φωτός.
Με τα κεκαθαρμένα πνευματικά αισθητήριά του μας παραδίδει ζωντανή και εμπειρική κοσμολογική διδασκαλία, που προκύπτει από την πρώτη θεωρία των όντων. Παραμένοντας απόλυτα σύμφωνος με την πατερική Ανθρωπολογία, υπογραμμίζει τη χαρισματική συγγένεια του ανθρώπου με το Θεό και παρουσιάζει φιλοκαλικώς τη φυσιολογία του νου, την παθολογία, αλλά και τη θεραπεία του.
Ως ζωντανό και ενεργό μέλος του μυστηριακού σώματος του Χριστού, έχει προσωπική – βιωματική σχέση τόσο με το Χριστό και τη Μητέρα τού Θεανθρώπου, όσο και με αγγέλους, με επώνυμους αγίους και με κεκοιμημένους της εν ουρανοίς Εκκλησίας. Τη λύση των προβλημάτων της Εκκλησίας τη βλέπει στην προσωπική διόρθωση των πιστών, στο φωτισμό και την τελείωσή τους και όχι στην ανάπτυξη δραστηριοτήτων τους προς τους άλλους. Τέλος, αφετηρία και άξονας της Σωτηριολογίας του είναι η τήρηση της πρώτης εντολής, ενώ η αρετή της υπακοής ενέχει ιδιαίτερη σωτηριολογική σημασία. Στην υπακοή βλέπει τη σύνοψη των αρετών και τη συσχετίζει με το Σταυρό του Χριστού. Σωτηριολογική σημασία προσδίδει και στις θλίψεις, οι οποίες, όταν αντιμετωπίζονται πνευματικά, καθαρίζουν από τα πάθη και συμβάλλουν στη γεύση της μέλλουσας ζωής στο παρόν.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
*Πρόκειται για Εισήγηση στο Διορθόδοξο Επιστημονικό Συνέδριο: Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, Άγιον Όρος – Φιλοκαλική εμπειρία, Λεμεσός 21-23.10.05
1. Βλ. «Η Δεκάφωνος σάλπιγξ» 6, στο Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, Βίος-Διδασκαλία-«Η Δεκάφωνος σάλπιγξ», Άγιον Όρος 52001, σ. 299.
2. Βλ. Γέροντος Ιωσήφ, Έκφρασις Μοναχικής Εμπειρίας, Άγιον Όρος 62003, σ. 24.
3. Πρβλ. Α’ Κορ. 2,4.
4. Βλ. Ρωμ. 8,14.
5. Βλ. Γέροντος Ιωσήφ, Έκφρασις Μοναχικής Εμπειρίας, σ. 29.
6. Βλ. Επιστολή 48, στο Γέροντος Ιωσήφ, Έκφρασις Μοναχικής Εμπειρίας, σ. 281.
7. Επιστολή 64, ό. π. σ. 339. Πρβλ. Ιω. 14, 23.
8. Βλ. Επιστολή 18, ό. π. σ. 123.
9. Βλ. Επιστολή 48, ό. π. σ. 280.
10. Βλ. Επιστολή 2, ό. π. σ. 41.
11. Βλ. Επιστολή 48, ό. π. σ. 279.
12. Βλ. Επιστολή προς Ερημίτην, κεφ. 9, ό. π. σ. 441. Πρβλ. Επιστολή 10, ό. π. σ.87-88.
13. Βλ. Επιστολή προς Ερημίτην, κεφ. 12, ό. π. σ. 458. Πρβλ. Επιστολή 35, ό. π. σ. 208: «τον δε φωτισμόν διαδέχονται διακοπή της ευχής και συχναί θεωρίαι, αρπαγή του νοός, κατάπαυσις των αισθήσεων, ακινησία και άκρα σιγή των μελών, ένωσις Θεού και ανθρώπου εις έν».
14. Βλ. Επιστολή 43, ό. π. σ. 264.
15. «Η Δεκάφωνος Σάλπιγξ» 4, ό. π. σ. 270.
16. «Η Δεκάφωνος Σάλπιγξ» 4, ό. π. σ. 270.
17. Βλ. Επιστολή 35, ό. π. σ. 206-207.
18. Βλ. Επιστολή προς Ερημίτην, κεφ. 11, ό. π. σ. 449.
19. «Η Δεκάφωνος Σάλπιγξ»
20. Βλ. Επιστολή προς Ερημίτην, κεφ. 12,ό. π. σ. 454.
21. Ό.π.
22. Βλ. ενδεικτικώς, Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης, έκδοση Ι. Ησυχαστηρίου «Άγιος Εφραίμ» Κατουνάκια, Άγιον Όρος 2000, σ. 161. Πρβλ. Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Ο γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, Βίος- Διδασκαλία- «Η Δεκάφωνος Σάλπιγξ», Άγιον Όρος 52001, σ. 230-231.
23. Βλ. Ιω. 6, 38.
24. Ιω. 16, 13.
25. Την Τριαδολογική αυτή θεμελίωση, με την αναφορά στον γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή, ακούσαμε πολλές φορές προσωπικώς από τον μακαριστό υποτακτικό του, π. Εφραίμ Κατουνακιώτη.
26. Βλ. «Η Δεκάφωνος σάλπιγξ» 6, ό. π. σ. 292.
27. Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Θείας Χάριτος εμπειρίες. Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής. Επιστολιμαία Βιογραφία – Ανέκδοτες επιστολές και ποιήματα, Επιστολή 13, Άγιον Όρος 2005, σ. 171.
28. Βλ. ό. π. σ. 333.
29. Επιστολή 39, ό. π. σ. 237.
30. Επιστολή 52, ό. π. σ. 293.
31. Επιστολή 13, ό. π. σ. 100
32. Επιστολή 63, ό. π. σ. 335
33. Βλ. Επιστολή 63, ό. π. σ. 335.
34. Βλ. Επιστολή 10, ό. π. σ. 88.
35. Βλ. Επιστολή 9, ό. π. σ. 76.
36. Βλ. Επιστολή προς Ερημίτην, ό. π. σ. 461. Πρβλ. Επιστολή 63, σ. 335.
37. Βλ. Επιστολή προς Ερημίτην, ό. π. σ. 461, Πρβλ. Επιστολή 63, σ. 335.
38. Βλ. Επιστολή 66, ό. π. σ. 346.
39. Βλ. Επιστολή 42, ό. π. σ. 259.
40. Βλ. Επιστολή προς Ερημίτην, κεφ. Δ’, ό. π. σ. 441.
41. Βλ. Επιστολή 52, ό. π. σ. 295.
42. Βλ. Επιστολή 18, ό. π. σ. 122.
43. «Η Δεκάφωνος Σάλπιγξ» 10, ό. π. σ. 337.
44. Βλ. Επιστολή 56, ό. π. σ. 310.
45. Επιστολή 10, ό. π. σ. 87.
46. Επιστολή 57, ό. π. σ. 315. Πρβλ. Επιστολή 63, ό. π. σ. 331.
47. Εβρ. 5, 14.
48. Επιστολή 43, ό. π. σ. 261.
49. Πρβλ. Αρχιμ. Εφραίμ, Αίσθησις ζωής αθανάτου, Ομιλίες για τον γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή, Άγιον Όρος 2005, σ. 210.
50. Βλ. Επιστολή προς Ερημίτην, ό. π. σ. 462.
51. «Η Δεκάφωνος Σάλπιγξ» 10, ό. π. σ. 336.
52. Βλ. Επιστολή προς Ερημίτην, ό. π. σ. 462.
53. «Η Δεκάφωνος Σάλπιγξ» 10, ό. π. σ. 337.
54. Επιστολή 63, ό. π. σ. 333.
55. Επιστολή 64, ό. π. σ. 337.
56. Βλ. ό. π. και Επιστολή 17, ό. π. σ. 121.
57. Επιστολή 36, ό. π. σ. 214. Πρβλ. Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Θείας Χάριτος εμπειρίες…, Επιστολή 22, Άγιον Όρος 2005, σ. 198.
58. Βλ. Γρηγορίου του Θεολόγου, Επιστολή 101, PG 37, 188B. Πρβλ. Γρηγορίου Παλαμά, Προς Ξένην, PG 150, 1069A.
59. Επιστολή 1, ό. π. σ. 36.
60. Βλ. Επιστολή 37, ό. π. σ. 226- 230.
61. Επιστολή 38, ό. π. σ. 232.
62. Βλ. Επιστολή 38, ό. π. σ. 233. Πρβλ. Επιστολή 20, ό. π. σ. 133.
63. Βλ. Επιστολή 48, ό. π. σ. 282.
64. Βλ. Επιστολή 64, ό. π. σ. 339.
65. Επιστολή 24, ό. π. σ. 150.
66. «Η Δεκάφωνος Σάλπιγξ» 6, ό. π. σ. 299.
67. Επιστολή 39, ό. π. σ. 239.
68. Βλ. ό. π.
69. Επιστολή 29, ό. π. σ. 169.
70. Βλ. Επιστολή 56, ό. π. σ. 312.
71. Βλ. Επιστολή 3, ό. π. σ. 49.
72. Βλ. Επιστολή 13, ό. π. σ. 99.
73. Βλ. Επιστολή 14, ό. π. σ. 102.
74. Βλ. ό. π.
75. Βλ. Επιστολή 14, ό. π. σ. 104.
76. Βλ. Επιστολή 37, ό. π. σ. 229.
77. Βλ. Επιστολή 38, ό. π. σ. 234.
78. Βλ. Επιστολή 7, ό. π. σ. 65.
79. Βλ. Επιστολή 6, ό. π. σ. 60.
80. Βλ. Επιστολή 17, ό. π. σ. 121.
http://www.impantokratoros.gr