Τρίτη 14 Μαΐου 2019

Αίσθησις Ζωής Αθανάτου (10) – Ομιλίες για τον Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή Αρχιμ. Εφραίμ, Καθηγουμένου Ι. Μ. Μονής Βατοπαιδίου


Konstamonitou
Συνέχεια από (9)
Αρχιμ. Εφραίμ, Καθηγουμένου Ι. Μ. Μονής Βατοπαιδίου
Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΙΩΣΗΦ Ο ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ ΚΑΙ Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΝΟΕΡΑΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΤΟΥ
Ο μακάριος Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής είναι μία από τις σημαντικότερες μορφές του σύγχρονου Αθωνικού μοναχισμού. Η οσιακή του ζωή θυμίζει την ζωή των παλαιών οσίων της Εκκλησίας. Κατατάσσεται ανάμεσα στους σύγχρονους αγίους, ενώ οι υποτακτικοί του σήμερα έχουν επανδρώσει σχεδόν το μισό Άγιον Όρος και κατευθύνουν επίσης πολλά άλλα γυναικεία μοναστήρια εντός και εκτός του Ελλαδικού χώρου.
Λέγεται σήμερα από ευλαβή στόματα που ομιλούν την γλώσσα του Αγίου Πνεύματος, ότι στην σημερινή ευλογημένη επάνδρωση του Αγίου Όρους συνέτειναν κυρίως ο Γέροντας Σωφρόνιος της Μονής του Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ με το περίφημο βιβλίο του περί του αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου, ο Γέροντας Παΐσιος, ο ασκητής με την χαριτωμένη παρουσία του στον ιερώνυμο τόπο, και οι υποτακτικοί του μακαρίου Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού. Το δένδρο γνωρίζεται από τον καρπό.
Πιστεύουμε ακράδαντα ότι η επιστροφή της εσωστρεφείας στον Αθωνα, της ευχής και γενικά της ησυχαστικής Παραδόσεως οφείλονται κατά μείζονα λόγο στην παρουσία του οσίου Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού.
Όπως θα ξέρετε από όσα μέχρι τώρα κυκλοφόρησαν περί του μακαρίου Γέροντος Ιωσήφ, ήταν άνθρωπος που δεν ευτύχησε να είναι κάτοχος της κατά κόσμον μορφώσεως, ούτε αυτής της στοιχειώδους. Φοίτησε μέχρι την Β΄ Δημοτικού. Και τούτο εύκολα το καταλαβαίνει κανείς, αν δει ένα αντίγραφο από τις χειρόγραφες επιστολές του.
Ως κάτοχος του πληρώματος της θείας Χάριτος, όμως, κατόρθωσε διά του θείου φωτισμού του κεχαριτωμένου νου του να ανέλθει στην υψηλοτάτη κλίμακα της θεολογίας και να αναδειχθεί τέλειος θεολόγος, εφ’ όσον γνωρίζουμε ότι θεολόγος δεν είναι εκείνος που φοιτά στις σύγχρονες Θεολογικές Σχολές, αλλά αυτός που εντός του λαλεί ο Θεός Λόγος. Η θεολογία είναι χάρισμα του Αγίου Πνεύματος. Γράφει σχετικώς περί τούτου ο μακάριος Γέροντας: «Και όταν εν υπακοή και ησυχία καθαγνίση τας αισθήσεις και γαληνιάση ο νους και καθαρισθή η καρδία του, τότε λαμβάνει χάριν και γνώσεως φωτισμόν. Γίνεται όλος φως, όλος νους, όλος διαύγεια και βρύει θεολογίαν, όπου αν γράφουν τρεις δεν προλαμβάνουν το ρεύμα που βρύει κυματωδώς και σκορπίζει ειρήνην και άκραν ακινησίαν παθών εις όλον το σώμα».
Η θεολογία λοιπόν κατά τον όσιο Γέροντα, και γενικώς σύμφωνα με όλους τους αγίους Πατέρες, είναι καρπός της εντός ημών θείας Χάριτος. Γι’ αυτό και τα μοναστήρια θεωρούνται από τους αγίους Πατέρες τα Πανεπιστήμια της ερήμου. Οι δε επιστολές του ευλογημένου Γέροντος είναι θεολογικές πραγματείες, και ας είναι γραμμένες χωρίς τους κανόνες του συντακτικού και της ορθογραφίας.
Ερευνώντας κανείς τις επιστολές του μακαρίου Γέροντος Ιωσήφ μπορεί κάλλιστα να κατανοήσει, έστω και “εν εσόπτρω”, την μεγάλη Χάρη με την οποία ήταν στολισμένος αυτός ο επιτυχημένος Αθωνίτης Μοναχός. Ιδιαίτερα για μας, που είμαστε πνευματικά του εγγόνια, και που ευτυχώς ακόμη έχουμε ανάμεσά μας τον Γέροντά μας, ο οποίος ανήκει στα πνευματικά τέκνα του αειμνήστου Γέροντος και πολύ συχνά μας αναφέρει πνευματικά γεγονότα πού σχετίζονταν με τον Γέροντά του, τον Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή.
Και εμείς βρισκόμαστε στον κατ’ εξοχήν τόπο της ορθόδοξης Παραδόσεως, τον Ιερό Αθωνα, όπου διά των ευχών του αγίου αυτού Πατρός μας συνήγαγε η άπειρη και ανερμήνευτη αγάπη της Θεομήτορος στην Θεοτοκοσκέπαστη Μονή του Βατοπαιδίου, κατά άκραν ανοχή του Μεγάλου Θεού, προσπαθούμε να βιώσουμε, στα μικρά μας μέτρα, το αληθινό νόημα της ορθόδοξης Παραδόσεως.
Σήμερα πολλά λέγονται και τονίζονται υπέρ της ορθοδόξου Παραδόσεως και πολύ σωστά. Δύσκολα όμως βρίσκει κανείς στις μέρες μας παραδοσιακούς ανθρώπους με το πλήρες ορθόδοξο νόημα. Λέγεται ότι παραδοσιακοί άνθρωποι είναι αυτοί που μελετούν παραδοσιακά πατερικά βιβλία και δεν είναι λάθος. Οι τη αληθεία παραδοσιακοί όμως άνθρωποι είναι όσοι παραλαμβάνουν την ορθόδοξη πνευματική ζωή από ανθρώπους που την κατέχουν βιωματικά και μπορούν να την παραδώσουν απλανώς και αλάνθαστα.
Έτσι, παρ’ όλη την ευτέλειά μας, γνωρίζουμε προσωπικά τι μεγάλη ευλογία είναι να παραλαμβάνει κανείς απ’ ευθείας το βίωμα και την εμπειρία της ορθόδοξης ζωής. Όταν μας διηγείται ο Γέροντάς μας για τον οσιώτατο Ησυχαστή, πνευματικό του πατέρα, τον παππού μας –όπως τον αποκαλούμε– για την αγία ζωή του, αυτό είναι για μας μεγάλη ευλογία· είναι πνευματική χαρμονή, είναι ανεκλάλητη χαρά και αγαλλίαση.
Όταν κανείς παραλαμβάνει από πρώτο χέρι την εμπειρία του Αγίου Πνεύματος, αισθάνεται κατά τρόπο έντονο ότι το Ευαγγέλιο δεν είναι γεγονός του “καιρού εκείνου”, αλλά συνεχιζόμενη ζωή, με την οποία αποδεικνύεται ότι: «Ιησούς Χριστός, χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας».
Μελετώντας κανείς τις επιστολές του μακαρίου Γέροντος Ιωσήφ, το πρώτο που επισημαίνει είναι ο πόθος του, η νοσταλγία του, η πολλή μεγάλη επιθυμία του να πείσει τον συνάνθρωπό του να ασχοληθεί με την ευχή του Ιησού. Γιατί, όταν ήλθε στον Αθωνα, έθεσε ως στόχο του να ζήσει όπως οι παλαιοί ασκητές, που διάβαζε στο τότε υπάρχον βιβλίο με τους βίους των αγίων, το ονομαζόμενο “Καλοκαιρινή”.
Η όλη ζωή του οσιωτάτου Γέροντος ήταν συνεχής αδολεσχία στην ευχή του Ιησού. Προσπάθησε σε τέλειο βαθμό να εφαρμόσει την Παύλειο εντολή «αδιαλείπτως προσεύχεσθε».
Κάθε βράδυ είχε ως τυπικό να επιδίδεται στην ευχή του Ιησού αμετεώριστα, επί έξι συνεχείς ώρες. Αυτό ακριβώς αφηγείται με συνεσκιασμένο τρόπο σε μία επιστολή του. «Είδα εγώ εκείνον τον αδελφόν, όπου έξι ώρας κατέβαζεν τον νουν του εις την καρδίαν και δεν τον εσυγχώρει να βγη έξω από τας εννέα το απόγευμα έως τας τρεις την νύκτα· είχε ωρολόγι όπου κτυπούσε τις ώρες. Και εγένετο μούσκεμα στον ιδρώτα. Και κατόπιν εγείρετο εργαζόμενος τα υπόλοιπα χρέη του». Αυτός ο τρόπος της πνευματικής του εργασίας σχολιαζόμενος από τους “γνωστικούς” Πατέρες, δείχνει μεγάλη ανάπτυξη της νοεράς ενέργειας του ανθρώπου και υψηλή πνευματική κατάσταση. Διότι είναι πράγμα σπάνιο, ιδιαίτερα στις ημέρες μας, ο νους του ευχομένου να εύχεται αμετεώριστα σε τόσο μακρύ χρονικό διάστημα. Έλεγε ο μακάριος Γέροντας ότι, για να επιτευχθεί τούτο το μεγάλο πνευματικό επίτευγμα, πρέπει ο άνθρωπος να βιάζεται στην ευχή. Και τονίζει: «Λέγε διαρκώς την ευχήν. Μην παύη καθόλου το στόμα σου. Έτσι θα συνηθίση μέσα σου και κατόπιν θα την παραλάβη ο νους».

Δευτέρα 15 Απριλίου 2019

ΠΩΣ ΝΑ ΚΑΝΕΤΕ ΝΟΕΡΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΑΔΙΑΛΕΙΠΤΩΣ ΓΕΡΩΝ ΙΩΣΗΦ Ο ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ



ΓΕΡΩΝ ΙΩΣΗΦ Ο ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ

Η πράξη της νοεράς προσευχής είναι να βιάσεις τον εαυτόν σου να λέγεις συνεχώς την ευχή με το στόμα αδιαλείπτως.
Στην αρχή γρήγορα, να μην προφθάνει ο νους να σχηματίζει λογισμό μετεωρισμού.
Να προσέχεις μόνο στα λόγια: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».
Όταν αυτό πολυχρονίσει, το συνηθίζει ο νους και το λέγει και γλυκαίνεσαι ωσάν να έχεις μέλι στο στόμα σου και θέλεις να το λέγεις.
Αν το αφήσεις στενοχωρείσαι πολύ.
Όταν το συνηθίσει ο νους και χορτάσει -το μάθει καλά- τότε το στέλνει στην καρδιά.
Επειδή ο νους είναι ο τροφοδότης της ψυχής και μεταφέρει στην καρδιά οτιδήποτε φαντασθεί.
Όταν ο ευχόμενος κρατεί τον νου του να μη φαντάζεται τίποτε, αλλά να προσέχει μόνο τα λόγια της ευχής, τότε αναπνέοντας ελαφρά με κάποια βία και θέληση δική του τον κατεβάζει στην καρδιά, και τον κρατεί μέσα και λέγει με ρυθμό την ευχή, «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» ...;
Αν θέλεις να βρεις τον Θεό δια της «ευχής» δεν θα σταματάς ποτέ αυτήν την εργασία. Όρθιος, καθήμενος, βαδίζοντας δεν θα μένεις χωρίς την ευχή.
Να μη βγαίνει πνοή χωρίς την ευχή για να εφαρμόζεται ο λόγος του Παύλου «αδιαλείπτως προσεύχεσθε, εν παντί ευχαριστείτε».
Εάν μπορέσεις να λέγεις την «ευχή» εκφώνως και συνέχεια, σε δύο-τρεις μήνες πιστεύω την συνηθίζεις και μετά πλησιάζει η Θεία Χάρις και σε ξεκουράζει.
Αρκεί να μη σταματήσεις να την λέγεις με το στόμα, χωρίς διακοπή.
Όταν την παραλάβει ο νους τότε θα ξεκουρασθείς με την γλώσσα να την λέγεις.
Όλη η βία είναι στην αρχή, έως ότου γίνει συνήθεια.
Κατόπιν θα την έχεις σ' όλα τα χρόνια της ζωής σου.
Μόνο κτύπα ευθέως την θύρα του θείου ελέους και πάντως ο Χριστός μας θα σου ανοίξει, εάν επιμένεις.


Δευτέρα 8 Απριλίου 2019

«Όρθιος, καθήμενος, βαδίζοντας δεν θα μένεις χωρίς την ευχή»

«Όρθιος, καθήμενος, βαδίζοντας δεν θα μένεις χωρίς την ευχή»
Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού

Η πράξη της νοεράς προσευχής είναι να βιάσεις τον εαυτόν σου να λέγεις συνεχώς την ευχή με το στόμα αδιαλείπτως.
Στην αρχή γρήγορα, να μην προφθάνει ο νους να σχηματίζει λογισμό μετεωρισμού. Να προσέχεις μόνο στα λόγια: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».
Όταν αυτό πολυχρονίσει, το συνηθίζει ο νους και το λέγει και γλυκαίνεσαι ωσάν να έχεις μέλι στο στόμα σου και θέλεις να το λέγεις.
Αν το αφήσεις στενοχωρείσαι πολύ.
Όταν το συνηθίσει ο νους και χορτάσει -το μάθει καλά- τότε το στέλνει στην καρδιά.
Επειδή ο νους είναι ο τροφοδότης της ψυχής και μεταφέρει στην καρδιά οτιδήποτε φαντασθεί.
Όταν ο ευχόμενος κρατεί τον νου του να μη φαντάζεται τίποτε, αλλά να προσέχει μόνο τα λόγια της ευχής, τότε αναπνέοντας ελαφρά με κάποια βία και θέληση δική του τον κατεβάζει στην καρδιά, και τον κρατεί μέσα και λέγει με ρυθμό την ευχή, «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» …;
Αν θέλεις να βρεις τον Θεό δια της «ευχής» δεν θα σταματάς ποτέ αυτήν την εργασία. Όρθιος, καθήμενος, βαδίζοντας δεν θα μένεις χωρίς την ευχή.
Να μη βγαίνει πνοή χωρίς την ευχή για να εφαρμόζεται ο λόγος του Παύλου «αδιαλείπτως προσεύχεσθε, εν παντί ευχαριστείτε».
Εάν μπορέσεις να λέγεις την «ευχή» εκφώνως και συνέχεια, σε δύο-τρεις μήνες πιστεύω την συνηθίζεις και μετά πλησιάζει η Θεία Χάρις και σε ξεκουράζει.
Αρκεί να μη σταματήσεις να την λέγεις με το στόμα, χωρίς διακοπή.
Όταν την παραλάβει ο νους τότε θα ξεκουρασθείς με την γλώσσα να την λέγεις.
Όλη η βία είναι στην αρχή, έως ότου γίνει συνήθεια.
Κατόπιν θα την έχεις σ’ όλα τα χρόνια της ζωής σου.
Μόνο κτύπα ευθέως την θύρα του θείου ελέους και πάντως ο Χριστός μας θα σου ανοίξει, εάν επιμένεις.

Γερόντας Ιωσήφ Ησυχαστής: «Να γνωρίσεις τον εαυτό σου, ποιός είσαι»

Γερόντας Ιωσήφ Ησυχαστής: «Να γνωρίσεις τον εαυτό σου, ποιός είσαι»
Και γι’ αυτό πρώτα απ’ όλα χρειάζεται το «γνώθι σαυτόν». Δηλαδή να γνωρίσεις τον εαυτό σου, ποιος είσαι. Ποιός είσαι στ’ αλήθεια, όχι ποιός νομίζεις εσύ ότι είσαι. Με τη γνώση αυτή γίνεσαι ο σοφότερος των ανθρώπων. Με τέτοια επίγνωση έρχεσαι σε ταπείνωση και παίρνεις χάρη από τον Κύριο. Διαφορετικά αν δεν αποκτήσεις αυτογνωσία, αλλ’ υπολογίζεις μόνο τον κόπο σου, γνώριζε ότι πάντοτε θα βρίσκεσαι μακριά από το δρόμο. Διότι δεν λέει ο Προφήτης· «ίδε, Κύριε, τον κόπον μου», αλλά «ίδε, λέγει, την ταπείνωσίν μου και τον κόπον μου». Ο κόπος είναι για το σώμα, η ταπείνωση για τη ψυχή και πάλι τα δύο μαζί, κόπος και ταπείνωση, για όλον τον άνθρωπο.
Ποιός νίκησε το διάβολο; Αυτός που γνώρισε την ασθένειά του, τα πάθη και τα ελαττώματα, που έχει. Ο φοβούμενος να γνωρίσει τον εαυτό του, αυτός βρίσκεται μακριά από τη γνώση· άλλο τίποτε δεν αγαπά παρά να βλέπει μόνο λάθη στους άλλους και να τους κρίνει. Αυτός δεν βλέπει στους άλλους χαρίσματα, αλλά μόνον ελαττώματα- δεν βλέπει στον εαυτό του ελαττώματα, παρά μόνο χαρίσματα. Και αυτό είναι το χαρακτηριστικό ελάττωμα των ανθρώπων του καιρού μας που δεν αναγνωρίζουμε ο ένας το χάρισμα του άλλου. Ο ένας στερείται πολλά, μα οι πολλοί τα έχουν όλα. Αυτό που έχει ο ένας δεν το έχει ο άλλος. Και, αν αυτό το αναγνωρίζουμε, υπάρχει πολλή ταπείνωση. Γιατί έτσι τιμάται και δοξάζεται ο Θεός, ο οποίος με πολλούς τρόπους στόλισε τους ανθρώπους και έκανε όλα τα δημιουργήματά του άνισα, δηλ. διαφορετικά. Όχι όπως προσπαθούν οι ασεβείς να φέρουν ισότητα ανατρέποντας την θεία Δημιουργία.
Ο Θεός «τα πάντα εν σοφία εποίησεν».
Γι’ αυτό, παιδί μου, τώρα που είναι αρχή φρόντισε να γνωρίσεις καλά τον εαυτό σου, για να βάλεις θεμέλιο στερεό την ταπείνωση. Φρόντισε να μάθεις την υπακοή, να αποκτήσεις την ευχή. Γι’ αυτό πρώτα γνώριζε, παιδί μου, ότι κάθε αγαθό από το Θεό έχει την αρχή. Δεν γίνεται αγαθός λογισμός που να μην έχει αιτία το Θεό, ούτε πονηρός που να μην έχει αιτία το Διάβολο. Ό,τι καλό λοιπόν διανοηθείς, πεις, κάνεις, όλα είναι της δωρεάς του Θεού. «Παν δώρημα τέλειον άνωθεν έστι καταβαίνον». Όλα είναι της δωρεάς του Θεού· δικό μας δεν έχουμε τίποτε.
Καθένας λοιπόν που επιθυμεί και ζητεί να λάβει τη χάρη, να του δώσει δωρεάν ο Θεός, πρέπει πρώτον να γνωρίσει καλά την ύπαρξή του, το «γνώθι σαυτόν». Και αυτή είναι η όντως αλήθεια. Γιατί κάθε πράγμα έχει αρχή. Και αν δεν αρχίσεις καλά δεν θα έχεις τέλος καλό.

Γέροντας Ιωσήφ Ησυχαστής: «Όλοι είμαστε παιδιά του Θεού»

Γέροντας Ιωσήφ Ησυχαστής: «Όλοι είμαστε παιδιά του Θεού»
Σε τρεις τάξεις διαιρείται η χάρις: Καθαρτική, φωτιστική, τελειωτική. Σε τρεις και η ζωή μας: Κατά φύσιν, υπέρ φύσιν, παρά φύσιν. Σε αυτές τις τρεις τάξεις ανέρχεται και κατέρχεται. Τρία είναι και τα μεγάλα χαρίσματα, που λαμβάνει: Θεωρία, αγάπη, απάθεια.
Λοιπόν στην «πράξιν» συνεργεί χάρις καθαρτική, η οποία βοηθά στην κάθαρση. Και κάθε ένας, που μετανόησε, η χάρις είναι που τον προτρέπει στη μετάνοια. Και όσα κάνει της χάριτος είναι, αν και δεν το γνωρίζει αυτός που την έχει, όμως αυτή τον τροφοδοτεί και τον οδηγεί. Και ανάλογα με την προκοπή του, ανέρχεται ή κατέρχεται• ή μένει στην ιδία κατάσταση. Εάν έχει ζήλο και αυταπάρνηση ανεβαίνει σε θεωρία, την οποία διαδέχεται φωτισμός θείας γνώσεως και λίγη απάθεια. Εάν ψυχρανθεί ο ζήλος, η προθυμία, τότε συστέλλεται και η ενέργεια της χάριτος,
Γι’ αυτόν που λες ότι γνωρίζει να προσεύχεται, είναι εκείνος που γνωρίζει τι εύχεται και τι ζητά από τον Θεό. Αυτός που γνωρίζει να προσεύχεται δεν βαττολογεί, δεν ζητά περιττά· αλλά γνωρίζει τον τόπο, τον τρόπο και τον καιρό και ζητά τα αρμόδια και ωφέλιμα της ψυχής του. Επικοινωνεί νοερά με το Χριστόν. Τον πιάνει και τον κατέχει• και «δεν θα σε αφήσω, λέγει, εις τον αιώνα».
Εκείνος που προσεύχεται ζητά την άφεσξη των αμαρτιών, ζητά το έλεος του Κυρίου. Εάν ζητά και μεγάλα, όχι στον κατάλληλο καιρό, δεν του τα δίδει ο Κύριος. Διότι ο Θεός τα δίνει με τάξη. Και, αν εσύ τον κουράζεις ζητώντας, αφήνει το πνεύμα της πλάνης και προσποιείται τη χάρη και σε πλανά, δείχνοντάς σου άλλα αντί άλλων. Γι’ αυτό δεν είναι ωφέλιμο να ζητά κανείς τα υπέρμετρα. Αλλά, και αν εισακουσθεί προ του καθαρισμού, όταν δεν είναι στην τάξη, γίνονται φίδια και βλάπτουν. Συ έχε μετάνοια καθαρή, κάνε σε όλους υπακοή, και μόνη της η χάρη θα έλθει χωρίς εσύ να το ζητάς.
Ο άνθρωπος σαν βρέφος που ψελλίζει ζητά από τον Θεό το θέλημά του το άγιο. Ο Θεός, σαν Πατέρας υπεράγαθος, του δίδει τη χάρη, αλλά του δίδει και πειρασμούς, Εάν υπομένει αγόγγυστα τους πειρασμούς λαμβάνει προσθήκη της χάριτος. Όση περισσότερη χάρη λαμβάνει, τόσο αυξάνονται και οι πειρασμοί.
Οι δαίμονες, όταν πλησιάζουν, για να σε πολεμήσουν, δεν πηγαίνουν εκεί που εσύ εύκολα θα τους νικήσεις, αλλά δοκιμάζουν, πού έχεις αδυναμία. Εκεί που εσύ δεν τους περιμένεις, εκεί πολιορκούν το κάστρο. Και, όταν βρουν ψυχή ασθενική και μέρος αδύνατο, πάντα εκεί νικούν και τον κάνουν υπεύθυνο για την ήττα του.

Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2019

Η πείρα δεν αγοράζεται


 Λέγεις διὰ τὸν Γέροντα ὅτι θέλει νὰ ἔλθη νὰ προσκυνήση εἰς τὸ Ἅγιον Ὅρος. Καλὸν καὶ ἅγιον ἔργον θὰ κάμη. Πλὴν ἐμένα μόνον ἂς μὴν λάβη ὑπ’ ὄψιν του ὅτι γνωρίζει ἢ ὅτι ὑπάρχω εἰς αὐτὴν τὴν ζωήν. Καθότι ζῶ εἰς ἀπόλυτον ἡσυχίαν· μὲ τάξιν ἑτέραν τῆς συνηθισμένης, ὅπου δύσκολον νὰ μὲ συναντήση. Καθότι ἡ θύρα εἶναι κλειστὴ καὶ ὡρισμένες μόνον ὧρες ἀνοίγει.
Ὅ,τι μὲν θέλει, συνεργείᾳ τῶν ἀδελφῶν, δύναμαι νὰ τὸν βοηθήσω. Τὸ δὲ πέραν τῆς τάξεως ὅπου ἔχω, νὰ ἀνοίξω τὴν θύραν, νὰ ὁμιλήσω, νὰ χάσω τὴν προσευχήν μου καὶ ἡσυχίαν, αὐτὸ οὐδαμῶς. Ἐκτὸς ἐξ ἀνάγκης τὴν ὥραν ποὺ ὁρίζω ἐγώ. Διότι αἱ ὧρες μου εἶναι μὲ μέτρον. Καὶ πρέπει νὰ παραδράμω ὀλίγον, νὰ χάσω, διὰ νὰ ὁμιλήσω τὴν νύκτα μίαν ὥραν ἢ δύο.
Καὶ ταῦτα γράφω διὰ νὰ ἐξηγηθῶ, προτοῦ παρεξηγηθῶ. Ἐγὼ εἰς ὅλες μου τὲς ἐνέργειες ἔτσι συνηθίζω νὰ λέγω καὶ νὰ πράττω ὅλα καθαρὰ «σὰν καθρέπτης» λόγῳ καὶ
ἔργῳ, εἴτε κατὰ διάνοιαν, νὰ μὴ δίδω ὑπόνοιαν σὲ κανένα.
Διότι ἦλθον πολλοὶ ἀπὸ διάφορα μέρη, χωρὶς νὰ ζητήσουν νὰ μάθουν τὴν τάξιν ποὺ ἔχομεν. Καί, ἐπειδὴ δὲν τοὺς ἐδέχθην, ἐσκανδαλίσθησαν. Ἀλλὰ καὶ ἐδῶ ὅλοι οἱ γείτονες ἐναντίον μου ἔχουν, διότι δὲν τοὺς ἀνοίγω. Πλὴν ἐγὼ δὲν κλείνω διὰ νὰ σκανδαλιστοῦν οἱ Πατέρες. Ἀλλά, γυμνασθεὶς τόσα ἔτη καὶ ἰδὼν ὅτι δὲν ὠφελοῦμαι ἀπὸ αὐτὲς τὲς «ἀγάπες» –μόνον τὴν ψυχήν μου χαλῶ χωρὶς νὰ ὠφελοῦμαι- δι' αὐτὸ ἔκλεισα ὅλους διαπαντὸς καὶ ἡσύχασα. Τώρα δὲν ἀνοίγω κανένα. Μήτε ἔχω δωμάτιον περισσὸν διὰ ἕναν ἀπ’ ἔξω. Καί, ἂν ἔλθη κανεὶς μακρυνός, πρέπει νὰ ἔλθη τὴν ὥραν ποὺ ἐργάζονται οἱ Πατέρες, πρωΐ. Καί, ἂν εἶναι ἀνάγκη, στέκει εἰς τὸ δωμάτιον τοῦ Παπᾶ μου. Διότι εἰς ὅλα τὰ Σάββατα, Κυριακάς, καὶ ἑορτὰς ἔχομεν Λειτουργίαν. Ἔρχεται ἐδικός μας Παπὰς καὶ μᾶς λειτουργεῖ καὶ μεταλαμβάνομεν.
Ἰδοὺ λοιπὸν εἶπον, ἵνα μὴ γένηται σκάνδαλον. Διὰ Θεὸν τρέχω· οὐ μέλλει μοι διὰ τοὺς ἀνθρώπους. Κἄν ὑβρίσουν, κἄν ὀνειδίσουν, κἄν συκοφαντήσουν, κἄν τὸ ὄνομά μου ἀτιμάσουν, κἄν ὅλη ἡ κτίσις ἀσχοληθῆ νὰ λέγη ἐναντίον μου.
Εἶδον γὰρ καὶ πολυειδῶς ἐδοκίμασα ὅτι, ἂν ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ δὲν φωτίση τὸν ἄνθρωπον, τὰ λόγια ὅσα καὶ ἂν ὁμιλήσης δὲν 'βγάνεις ὠφέλειαν. Πρὸς στιγμὴν τὰ ἀκούει καὶ τὴν ἄλλην στρέφει πάλιν αἰχμάλωτος εἰς τὰ ἴδια. Ἐὰν ὅμως εὐθὺς μὲ τὸν λόγον ἐνεργήση ἡ χάρις, τότε γίνεται κατ’ ἐκείνην τὴν ὥρα ἀλλοίωσις μὲ τὴν ἀγαθὴν τοῦ ἀνθρώπου προαίρεσιν. Καὶ ἀλλάσσει θαυμαστῶς ἡ ζωὴ του ἐκ τῆς ὥρας ἐκείνης. Ὅμως αὐτὸ συμβαίνει εἰς ὅσους δὲν ἐσκλήρυναν ἀπὸ μέσα τους ἀκοὴν καὶ συνείδησιν. Εἰς δὲ τοὺς ἀκούοντας καὶ ἐν παρακοῆ παραμένοντας εἰς τὰ κακά των θελήματα· εἰς αὐτοὺς κἄν ἡμερονύκτια ὁμιλῆς, κἄν τὴν σοφίαν τῶν Πατέρων εἰς τὰς ἀκοάς των κενώσης, κἄν θαύματα πρὸ ὀφθαλμῶν των ποιήσης, κἄν τὸ ρεῦμα τοῦ Νείλου ἐπάνω των γυρίσης, αὐτοὶ δὲν λαμβάνουν μήτε ρανίδα ὠφέλειαν. Μόνον θέλουν νὰ ἔρχωνται, νὰ ὁμιλοῦν, νὰ περάσει ἡ ὥρα των, χάριν τῆς ἀκηδίας. Δι' αὐτὸ λοιπὸν κλείω καὶ ἐγὼ τὴν θύραν καὶ ὠφελοῦμαι τουλάχιστον ἐγὼ διὰ τῆς εὐχῆς καὶ τῆς ἡσυχίας. Καθότι τὴν εὐχὴν ὑπὲρ πάντων ὁ Θεὸς πάντοτε τὴν ἀκούει, ἐνῶ τὴν ἀργολογίαν πάντοτε ἀποστρέφεται, ἂς φαίνεται καὶ πνευματικὴ ὅτι εἶναι. Ἐπειδὴ κατὰ τοὺς Πατέρας, ἀργολογία εἶναι κυρίως νὰ περνᾶς τὸν καιρόν σου μὲ λόγια, χωρὶς νὰ κάμης τοὺς λόγους σου πράξεις.
Λοιπὸν μὴν ἀκοῦτε τί λέγουν, ὅταν ἄνθρωποι ἄγευστοι ὁμιλοῦν τὰ τοιαῦτα.
Ὅποιος δὲν ἐδοκίμασε, ἀνάγκη εἶναι νὰ δοκιμάση· καὶ μὲ τὴν πείραν θὰ μάθη καὶ θὰ βρῆ ὅ,τι τοῦ λείπει. Ἡ πείρα δὲν ἀγοράζεται. Εἶναι ἑκάστου ἀπόκτημα, κατὰ τὸν κόπον του καὶ τὸ αἷμα του ποὺ θὰ δώση μόνος του νὰ τὴν ἀποκτήση.
Πιστεύσατε, Ἀδελφές μου, ὅτι κόπος πολὺς εἶναι εἰς τὴν Μοναχικὴν πολιτείαν. Δὲν ἔπαυσα καὶ δὲν παύω ἡμέρα καὶ νύκτα φωνάζων, ζητῶν τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου· καὶ εἰς ἀπόγνωσιν προσεγγίζω, ὡς μηδὲν ἐργαζόμενος, ὡς μηδέποτε «ποιήσας ἀρχήν». Ἀλλά, τὸ καθ’ ἡμέραν ποιῶν τὴν ἀρχήν, εὑρίσκομαι ψεύστης καὶ ἁμαρτάνων. Ὅμως ἐσεῖς μιμεῖσθε τὰς φρονίμους παρθένους καὶ ἀγρυπνοῦσαι φωνάζετε γοερῶς, τὸ θεῖον ἐπικαλούμεναι ἔλεος. Ὅτι ἦλθε δι' ἡμᾶς τὸ τέλος. Ἴσως ἐτελείωσεν ἡ εἰρήνη. Λοιπὸν μὲ τοὺς ἀποθαμένους εἴμεθα καὶ ἡμεῖς. Ὅθεν βιασθῆτε.
Γέρων Ἰωσήφ ὁ Ἡσυχαστής
https://www.agiazoni.gr
Αναρτήθηκε από Keliotis Giannis στις 1/10/2019 06:53:00 μ.μ.

Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2019

Η εκκωφαντική τραχύτητα της άσκησης του γέρ. Ιωσήφ του Ησυχαστή

5.3.3.1   Προσωπικά: ίνα μηκέτι ώμεν νήπιοι
«Αγαθόν το εξομολογείσθαι» εκ μέρους μου.Mια πρωτόλεια, ίσως ανορθόλογη για όσους εξακολουθούν να μη «βλέπουν» Ελύτη, τουτέστι φράσεις, όπως  «Λίγη  ξερή, τριμμένη στα δάχτυλά σου μέντα, σε πάει ολόϊσια στη σκέψη των Ιώνων»,(Μινούτσι 1993,139), ή «τι νερό/κυανό με σπίθες» (Πολίτη  1993,68).Όμως, η εκκωφαντική τραχύτητα της άσκησης του γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστή και της συνοδείας του με έβαλε σε εγρήγορση. Θέλησα να αναζητήσω μια ορισμένη απόκλιση του  ησυχαστικού ακτίστου-μακαρίου-αθανάτου αμήχανου κάλλους από το μεταφυσικό-πλατωνικό. Με είχαν εντυπωσιάσει οι εισηγήσεις καταξιωμένων Ιεραρχών, επιστημόνων και πατέρων στα δύο  συνέδρια  που έγιναν  για το Γέροντα, αλλά και όσα έχει γράψει γι’ αυτόν το πνευματικό του τέκνο, ο Ιωσήφ ο Βατοπαιδινός, τυγχάνω μάλιστα κάτοχος, όπως και τόσοι άλλοι, ευλογίας του- επίμαχο σημείο για τους υπέρμαχους της  αθεϊας-, γεγονός που με γεμίζει ανυπόκριτη υπερηφάνεια.
Πηγή:www.diakonima.gr
Η  αρχαία ελληνική «γνωσιολογία», η οποία ως γνωστόν έχει παραληφθεί από τους Πατέρες, γνωρίζει την πιο δημιουργική έκφανσή της,  απογειώνεται κυριολεκτικά στο είδος της ησυχαστικής μεθέξεως του Γέροντα Ιωσήφ και μας καθιστά  το άκτιστο κάλλος  προσπελάσιμο σε ικανοποιητικό βαθμό.
Καταλυτικό, όμως, για την απόφασή μου ρόλο έπαιξε, όπως προανέφερα,  το βιβλίο του πνευματικού του τέκνου, του π.Εφραίμ της Αριζόνας. Με μαγνήτευσε θα έλεγα, η «εικονογραφία» του Γέροντα, η οποία, εκτός από την αγαλλίαση που σου προσφέρει, σου επιτρέπει την αναγωγή στην άμεση θέα του εικονιζόμενου, κλασικό γνώρισμα βυζαντινής τέχνης(μα και αρχαίου ελληνικού αγάλματος)(δες: Γιανναράς  1987,46). Κρύβει τόσα υπονοούμενα και αποκαλύπτει τόσα μυστικά, που  θα μπορούσε να κάνει οποιονδήποτε υπέρμαχο  του ορθολογισμού να αναθεωρήσει πολλές από τις απόψεις του. Δεν θεωρώ τυχαίο για την απόφασή μου και το γεγονός ότι ο «εγγονός» του Ησυχαστή, ο π.Στέφανος Αναγνωστόπουλος, ο οποίος είχε την επιμέλεια του βιβλίου, είναι ο Πνευματικός της Αδελφότητος της Ιεράς Μονής Βαρνακόβης, στην οποία καταφεύγω, εγώ ο τάλας, και κάποτε-κάποτε παίρνω την ευλογία του.
Επιθυμία πολλών αναγνωστών του βιβλίου του π.Εφραίμ θα ήταν, ίσως,  να έβλεπαν το κείμενο του βιβλίου του ως «σενάριο» μιας ταινίας με τον ίδιο τίτλο. Νομίζω ότι θα ενδιέφερε μια τέτοια ταινία τόσο εμάς τους Ορθοδόξους, οι οποίοι σε μεγάλες εορτές  μας, όπως το Πάσχα, παρακολουθούμε, ανίδεοι, ταινίες που είναι κυριολεκτικά παρωχημένα έκγονα ξένων αντιλήψεων, παντελώς άσχετων προς την ορθόδοξη εκκλησιαστική -ευχαριστιακή μας παράδοση, αλλά θα ενδιέφερε και τους ετεροδόξους. Θα τους παρείχε την ευκαιρία να διαπιστώσουν τις ιδιαιτερότητες της ορθόδοξης άσκησης. Γιατί στο Γέροντα Ιωσήφ πιστώνεται ένα  σφριγηλό ασκητικό «πάθος» και ένα σπινθηροβόλο πνευματικό «βάθος», αυστηρά προσηλωμένο στην  παλαμική παράδοση, που δεν το συναντάς στην υπόλοιπη «Ανατολή» –εγγύς, μέση, άπω – και ανοίγει μπροστά σου ένα μακάριο κάλλος.
Με πολύ ευχαρίστηση σημείωσα το γεγονός ότι στο βιβλίο του π.Εφραίμ δεν λανθάνουν απλώς υπαινιγμοί των «λόγων» του αββά Ισαάκ  του Σύρου, αλλά στο βίο του Γέροντά του είναι διάχυτη η πρακτική εφαρμογή τους (ό.π.α.,296). Η γοητεία αυτής της ασκητικής, που κίνησε ανέθακεν το μεγάλο  μου ενδιαφέρον για τους ασκητικούς λόγους του αγίου Ισαάκ,  συνίσταται σε τούτο: ενώ είναι μία και η αυτή επανέρχεται στο βίο καθενός ησυχαστή ως άλλη (Gadamer). Δεν  παρεκκλίνει  πουθενά ο Γέροντας από εκείνη την ασκητική. Όμως, όπως κάθε Θεία Λειτουργία δεν είναι  τυπική επανάληψη του όλου Θείου δράματος, αλλά εξίσου πραγμάτωσή του εκ νέου, έτσι και αυτή η ασκητική του Γέροντα Ιωσήφ συνιστά χωρίς αποκλίσεις ανεπανάληπτο πρωτότυπο εκείνης του αγίου Ισαάκ, όσον αφορά το βασικό  ασκητικό «κώδικα» (υπακοή, ταπεινοφροσύνη κ.λ.π.), αλλά βάζει και τη δική του σφραγίδα.
Ένα παράδειγμα: Όταν βάζει τους υποτακτικούς του να φάνε σκουλικιασμένα τρόφιμα δεν είναι ένας βάναυσος άνθρωπος, αλλά ένας «αφελής» τουτέστι παντελώς αθώος, που μετατρέπεται ανά πάσα στιγμή σε αθλητή,«  ….ως την κατ’ έφεσιν κινήσεως την δύναμιν μήπω τω εσχάτω προσαναπαύσαν ορεκτώ»(=αφού δεν επέθεσε στο έσχατο επιθυμητό τη δύναμη της σύμφωνης με την επιθυμία του κίνησης)(αγ.Μάξιμος, ό.π.α.,128 κ.εξ.). Ως θετικός αγωγός του ακτίστου κάλλους δεν νοείται ο Γέροντας αυτός, όπως και κάθε άλλος, εκτός των προϋποθέσεων Εκείνου που λογίζεται «ως πάντων πληρωτικόν»(ό.π.α.).
«Αγαθόν το εξομολογείσθαι», λοιπόν. Τρία συμβάντα ήρθαν να τονώσουν το ενδιαφέρον μου για τον άγιο Ισαάκ. Πρώτα-πρώτα με συνεπήρε το γεγονός  της «συνάντησης» του πατρός Παϊσίου με τον άγιο (Θεοδωρόπουλος 2008).Κατά δεύτερο λόγο, με εντυπωσίασε η μαρτυρία ενός μοναχού  της «ερήμου» της Κερασιάς του αγίου Όρους, ο οποίος μου είχε εκμυστηρευτεί πως χάρη στους ασκητικούς λόγους  του αγίου εγκατέλειψε τις μεταπτυχιακές του σπουδές  στο Παρίσι και τον κόσμο και έγινε μοναχός. Ο ίδιος με πληροφόρησε πόσο ευλαβείτο ο π.Παϊσιος τον άγιο Ισαάκ. Όπως είναι γνωστό,  ο π.Παϊσιος  στο ερώτημα του παπα-Τύχωνα, τι βιβλία διαβάζει, είχε απαντήσει Αββά Ισαάκ(π.Παϊσιος 2008(13),32). Όπως είναι δε γνωστό  ο άγιος Ισαάκ έχει αφιερώσει στο κάλλος της μοναχικής πολιτείας τον 10ο ασκητικό λόγο του, όπου  περιγράφει το μοναχό ως τύπο και ωφέλεια  εις τους βλέποντας αυτόν και ως έχοντα σχήματα και φρονήματα ωραία και υψηλά.
Τέλος, με την υψηλού επιπέδου ερμηνευτική των ασκητικών λόγων του αγίου από τον  Αρχ. Β.Γοντικάκη – τον παρόντα θ ε ω ρ ό -, την καλλιγραφημένη σε ένα μικρό του πόνημα, (Αρχ.Γοντικάκης 2003), καθώς και με το κείμενο-εισήγηση του ιδίου σε συνέδριο στο Καίμπριζ με θέμα το αμήχανον κάλλος (π.Γοντικάκης 2005), βρέθηκα μονομιάς αντίκρυ σε χιλιάδες μυστικά που αιμοδοτούν ολάκαιρη την ύπαρξή μου.
Εάν ζούσα στην εποχή του π.Ιωσήφ, ίσως κατέφευγα στην ακολουθία του, αλλά είναι αβέβαιο εάν θα με δεχόταν ο Γέροντας και σχεδόν βέβαιο, ότι θα την εγκατέλειπα σύντομα, επειδή, όσο μπορώ να ξέρω τον εαυτό του, θα μου ήταν αδύνατο να «επιζήσω» με τέτοια άσκηση. Εάν είναι μέσα μας όμως η τάση για καλοσύνη και ομορφιά, συμπυκνωμένες στο άκτιστο- μακάριο- αθάνατο αμήχανο κάλλος, μπορώ να ευελπιστώ ότι αυτό το κάλλος δύναται να αποσπάσει του νου μου από τις εγωιστικές μου προσηλώσεις στα τετριμμένα. Γιατί  «..ο νους…….υπό γαρ του θείου και απείρου φωτός καταλαμπόμενος αναισθητεί προς πάντα τα υπ΄ αυτού γεγονότα΄ καθάπερ και ο αισθητός οφθαλμός προς τους αστέρας, του ηλίου ανατέλλοντος»( αγ.Μάξιμος ό.π.α.,143).
5.3.3.2  Άκτιστο-μακάριο-αθάνατο αμήχανον κάλλος ως «ξένωσις στο υπερφυσικόν»
Με βάση το λεξιλογικό οπλοστάσιο του π.Ιωσήφ, ονομάζουμε  άκτιστο-μακάριο-αθάνατο αμήχανο κάλος το παραδείσιο θεϊκό κάλλος-πλημμύρα της Χάριτος(ό.π.α.,119 και 290),που συνιστά «ξένωσιν» στο  υπερφυσικό(ό.π.α.,288). Αποκαλυπτόμενο διαλύει την καρδιά(ό.π.α.,289),καταργεί τις σωματικές αισθήσεις, ανοίγει τα μάτια της ψυχής σε μια φωτεινή, όσο και δοξολογική θέαση των πάντων. Περαιτέρω δε μεταμορφώνει τον δέκτη, παύει τα πάθη και ειρηνεύει την καρδιά(ό.π.α.,37),σε βγάζει εντός-εκτός σώματος(ό.π.α.113) και εαυτού(ό.π.α.,38),αλλά  και εκτός πάσης θελήσεως, δίνει άπλετο φως και απεριόριστο εύρος και σου επιδαψιλεύει Χάρη ενδημούσα (ό.π.α.).
Αυτό το κάλλος δεν νοείται ποτέ ερήμην της Θείας Χάρης, δεν είναι καρπός ευρυμάθειας, αλλά της νήψης και ησυχαστικής ευχής.  Θα μπορούσε, με μια πρώτη ματιά, να χαρακτηριστεί κάλλος ψυχής των Κε-χαριτωμένων εκπεφρασμένο κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι γοητευτικό, τουτέστι κάλλος «κεχαριτωμένης γοητείας» (Ράμφος 1994 342) εύληπτο από τις αισθήσεις του δέκτη.