Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2020
Ο Γέρ. Ιωσήφ ο Ησυχαστής & η Αγιορειτική ανάκαμψη.
Βέβαια στην ανάκαµψη αυτή συνέβαλε πολύ και η οµαδική εγκατάσταση συνοδειών, που προσήλθαν από µονές εκτός Αγίου Όρους. Οι συνοδείες αυτές έρχονταν προσκαλούµενες από παλαιότερους αγιορείτες, που έβλεπαν µέ πόνο την ερήµωση των µονών τους. Συνήθως µάλιστα στις περιπτώσεις αυτές χρειάζονταν να παρακαµφθούν και τυπικά εµπόδια, προκειµένου να καταστεί δυνατή η εγκατάστασή τους στις µονές. Έτσι η µονή που προσκαλούσε κάποια συνοδεία, σε συνεννόηση µέ την Ιερά Κοινότητα, παρέκαµπτε ακόµα και τις διατάξεις του Καταστατικού Χάρτη (άρθρο 112) σχετικά µέ την ηλικία η τον τόπο κουράς του πνευµατικού πατέρα της συνοδείας και επέτρεπε την έλευση και ανάδειξή του σε ηγούµενο. Τέτοια όµως προβλήµατα δεν υπήρχαν για τις αγιορείτικες συνοδείες που µετακινήθηκαν από εξαρτήµατα σε µονές, όπως ήταν οι συνοδείες των πνευµατικών τέκνων του Γέροντα Ιωσήφ.
Ο πρώτος συνασκητής του Γέροντα Ιωσήφ, ο Γέροντας Αρσένιος, µαζί µέ τον παπα-Χαράλαµπο και την συνοδεία του µετακινήθηκαν το 1967 στο Μπουραζέρι και τελικά, τον Σεπτέµβριο του 1979, ως συνοδεία εικοσιενός µελών στην Ιερά Μονή Διονυσίου, όπου ο παπα-Χαράλαµπος έγινε ηγούµενος [12].
Ο παπα-Εφραίµ, τώρα προηγούµενος της Ιεράς Μονής Φιλοθέου, πήγε µέ την συνοδεία του το 1967 στο Κελλί του Αγίου Αρτεµίου της Σκήτης της Προβάτας, και το 1973 πλαισιούµενος από την εικοσιεξαµελή συνοδεία του ανέλαβε την ηγουµενία της Ιεράς Μονής Φιλοθέου, η οποία µετατράπηκε από ιδιόρρυθµη σε κοινοβιακή. Το 1979 δωδεκαµελής οµάδα της διευρυµένης πλέον αδελφότητας της Φιλοθέου εγκαταστάθηκε στην Ιερά Μονή Κωνσταµονίτου. Το 1980 ένα από τα πνευµατικά τέκνα του παπα-Εφραίµ, ο ήδη µακαριστός Εφραίµ ο νεώτερος, πλαισιούµενος από εικοσαµελή οµάδα της Φιλοθέου, ανέλαβε την ηγουµενία της Ιεράς Μονής Ξηροποτάµου, που επίσης µετατράπηκε σε κοινοβιακή, ενώ το 1981 µιά δωδεκαµελής οµάδα επάνδρωσε την Ιερά Μονή Καρακάλλου. Εξάλλου ο προηγούµενος της Ιεράς Μονής Φιλοθέου ίδρυσε και καθοδηγεί αρκετά γυναικεία και ανδρικά µοναστήρια στην Ελλάδα, όπως και δεκαοκτώ στις Ηνωµένες Πολιτείες της Αµερικης και τον Καναδά, µέ κεντρικό το µοναστήρι του Αγίου Αντωνίου της Αριζόνας, όπου και εγκαταβιώνει.
Ο Γέροντας Ιωσήφ, τώρα Βατοπαιδινός, εγκαταστάθηκε το 1975 στο Κουτλουµούσι, ακολούθως στην Κύπρο, από όπου επέστρεψε το 1981 στο Κελλί του Ευαγγελισµού της Καψάλας, για να αναλάβει και να επανδρώσει τελικά µέ συνοδεία που απαρτιζόταν από εικοσιτρία µέλη την Ιερά Μονή Βατοπαιδίου, η οποία ήταν επίσης ιδιόρρυθµη και είχε φτάσει σε πλήρη σχεδόν διάλυση. Το 1990 η Μονή µετατράπηκε σε κοινοβιακή και εκλέχθηκε ηγούµενος ο Γέροντας Εφραίµ, και ήδη αριθµεί περί τα εκατό µέλη.
Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2020
Η ζημιά που προξενεί ο μετεωρισμός κατά τη διδασκαλία του Οσίου Ιωσήφ του Ησυχαστού.
18ΙΟΥΝ
Ο
Γέρων Ιωσήφ χρησιμοποιούσε κάθε νύκτα τον χρόνο της προσευχής του,
ανάλογα με την κατάσταση της ψυχής του. Προσηύχετο προφορικά με απλά
λόγια και, όταν δεν εύρισκε τον ανάλογο καρπό, έκλεινε το νου στην
καρδία. Όταν η θεία χάρις λειτουργούσε δυνατά μέσα στη ψυχή του, τότε ο
νους του φλεγόμενος από την θεία αγάπη αρπαζόταν σε θεωρία. Όταν όμως
γινόταν μετεωρισμός, χρησιμοποιούσε τον εγκλεισμό του νου. Σημειώνει
χαρακτηριστικά «και, ει μεν ενεργήση η χάρις, ευθύς ανοίγεται θύρα και
φθάνει εις την πύλην του ουρανού, και ως στύλος η φλόγα πυρός αναβαίνει η
προσευχή, και αυτήν την στιγμήν γίνεται η αλλοίωσις. Ει δε και δεν
συμβάλλη η χάρις, αλλά γίνεται σκορπισμός του νοός, τότε τον κλείει εις
την καρδίαν κυκλοφερώς, και ως εν
φωλεά ησυχάζει και δεν μετεωρίζεται —ωσάν η καρδία να επέχη τόπον κλεισούρας και φυλακής του νοός».
Ήταν
ακόμη δόκιμος μοναχός όταν έλαβε από την Παναγία το χάρισμα της νοεράς
προσευχής. Τα δαιμόνια επετίθεντο επάνω του με μανία, αυτός δε
χρησιμοποιούσε ως ασπίδα και ισχυρό δόρυ το κραταιό Όνομα του Ιησού
Χριστού και τους έδιωχνε . Ἐκλειε το νου του, έρριπτε προς αυτούς τα
φλογερά της ευχής βέλη και κατέκαιε τα στίφη των δαιμόνων. Γράφει διά
τον εαυτόν του: «Εγώ είδα εκείνον τον αδελφόν, όπου, όταν ήταν νέος,
28-30 ετών, έξι ώρας κατέβαζε τον νουν του εις την καρδίαν και δεν τον
εσυγχώρει να βγή έξω, από τας εννέα το απόγευμα έως τρεις την νύκτα
-είχε ωρολόγι, όπου εκτυπούσε τις ώρες- και εγένετο μούσκεμα στον
ιδρώτα».
Ποιός
να μην θαυμάσει την ανδρεία αυτού του ασκητού, που με τη βοήθεια της
Παναγίας και του Κυρίου πολεμούσε εναντίον των δαιμόνων;
Ποιός να μην επαινέσει αυτή την υπομονή και επιμονή που επεδείκνυε στη προσευχή;
Ποιός πάλι δεν θα ωφεληθεί πνευματικά, όταν παρακολουθεί αυτήν την ασκητική διαγωγή;
Η
πείρα και τα παλαίσματα των ασκητών είναι κληρονομιά όλης της
Εκκλησίας. Η οσμή των ασκητικών αγώνων είναι μια θαυμάσια ευωδία που
θεραπεύει τις ψυχές μας και φωτίζει το νου μας, για να αποδιώκει το
σκότος των παθών και να πορεύεται μετά βεβαιότητος στην ευθείαν οδόν των
εντολών του Θεού.
Ποιός
μπορεί να παραμείνει ασυγκίνητος, όταν ακούει αυτό το ασκητικό πολεμικό
διάγγελμα: «Έκτοτε ήρχισαν οι άγριοι πόλεμοι, όπου δεν με άφηναν ημέραν
και νύκτα. Άγριοι πόλεμοι! Μήτε ώραν να ησυχάσω. Επίσης και εγώ είχον
μανίαν εις αυτούς. Εξ ώρας καθήμενος εις την προσευχήν δεν εσυγχώρουν να
βγη από την καρδίαν. Από το σώμα μου ο ίδρωτας έτρεχεν ωσάν βρύσι.
Ξύλον αλύπητα. Πόνος και δάκρυα. Νηστεία άκρα και ολονύκτιος αγρυπνία».
Θέλετε
να παρακολουθήσετε και την πολεμική συμπλοκή μετά των δαιμόνων; Ας
ακούσουμε την καταπληκτική αυτή σύγκρουση όπως την διηγείται ο ίδιος:
«Λοιπόν μίαν νύκτα, καθώς ηυχόμην, ήλθον πάλιν εις θεωρίαν και ηρπάγη ο
νους μου εις ένα κάμπον και ήσαν κατά τάξιν -κατά σειράν- μοναχοί
συνταγμένοι προς μάχην. Και ένας στρατηγός ήλθε πλησίον μου και μου
λέγει: Θέλεις να εισέλθης να πολεμήσης εις την πρώτην γραμμήν; Και εγώ
του απάντησα ότι σφόδρα επιθυμώ να μονομαχήσω με τους αντίκρυ αιθίοπας,
όπου ήσαν κατέναντι ωρμόμενοι και πυρ πνέοντες ωσάν άγριοι σκύλοι, όπου
μόνον η θεωρία τους σου επροξένει τον φόβον. Αλλ’ εις εμένα δεν ήταν
φόβος διότι είχον τόσην μανίαν, όπου με τα δόντια μου να τους σχίσω.
Είναι
δε αληθές ότι και ως κοσμικός ήμουν τοιαύτης ανδρείας ψυχής. Τότε
λοιπόν με χωρίζει ο στρατηγός από τας γραμμάς, όπου ήταν η πληθύς των
πατέρων. Και αφού διήλθομεν τρεις ή τέσαρας γραμμάς συνταγματικώς με
έφερεν εις την πρώτην γραμμήν, όπου ήσαν ένας ή δύο ακόμη κατά πρόσωπον
των αγρίων δαιμόνων. Αυτοί ήσαν έτοιμοι να ορμήσουν και εγώ έπνεον πυρ
και μανίαν κατεναντίον τους. Και με άφησε εκεί αφού είπε: Όποιος
επιθυμεί να πολεμήση ανδρείως με αυτούς, εγώ δεν τον εμποδίζω, αλλά
βοηθώ.
Αυτός
είναι ο Γέρων Ιωσήφ ο γενναίος στρατιώτης του Χριστού, ο οποίος με την
βοήθεια του Χριστού πολεμεί στην πρώτη γραμμή και αποδιώκει τας
φάλαγγας των δαιμόνων. Αυτός, όπως βεβαιώνει ο ίδιος, εισήλθε σε όλα τα
καταφύγια του διαβόλου και τον κατατρόπωσε : «Καγώ δε επ’ αληθείας σας
λέγω ότι εισήλθον εις όλα τα καταφύγια του εχθρού και σκληρώς
μονομαχήσας εξήλθον διά της χάριτος»
Όταν
ο Γέροντας ευρισκόταν εις τον Μ. Βασίλειον, δοκίμασε ένα είδος απολύτου
εγκλεισμού και τον υπηρετούσε ο π. Αρσένιος. Κάποτε, σε μια εορτή, ο π.
Αρσένιος πήγε σε μια γειτονική καλύβη διά να λειτουργηθεί και να
κοινωνήσει. Ο Γέροντας Ιωσήφ ησύχαζε μόνος του στο κελλί του. «Όλο το
βράδυ εκείνο, μας έλεγε, είχα έμμονο λογισμό ότι ενώ οι άλλοι πατέρες θα
κοινωνήσουν εγώ δεν είμαι άξιος αυτής της Χάριτος για τις αμαρτίες
μου.
Σε
κάποια στιγμή, εκεί που καθόμουν και κρατούσα όσο μπορούσα την ευχή,
σταμάτησα και συγκέντρωσα τις σκέψεις μου. Δούλευε μέσα μου ο ίδιος
λογισμός και ένοιωθα έντονη επιθυμία για τον Άρτον της Ζωής. Άρχισα σαν
μοιρολόι, με παράπονο την ευχούλα, που μάλλον αυτομεμψία ήταν, όταν
αισθάνθηκα μια παρουσία.
Άνοιξα
τα μάτια μου, γιατί μολονότι πάντοτε έμενα στα σκοτεινά, συνήθιζα να
έχω και τα μάτια μου κλειστά. Βλέπω λοιπόν μπροστά μου έναν ολόφωτο
Άγγελο, όπως τους περιγράφει η Εκκλησία μας, που γέμισε τον τόπο φως,
φως του άλλου κόσμου. Κρατούσε στο χέρι του ένα κομψότατο και φωτεινό
σκεύος, που το χωρούσε η παλάμη του. Το άνοιξε με προσοχή, με πλησίασε
όσο έπρεπε και με πολλή ευλάβεια και προσοχή μου έδωσε στο στόμα μου
μερίδα του Δεσποτικού Σώματος.
Μετά,
με κοίταξε με ένα σεμνό μειδίαμα, έκλεισε το σκεύος και έφυγε από την
στέγη προς το μέρος που ήταν και πριν. Όλη την ημέρα εκείνη ο νους μου
ήταν αιχμαλωτισμένος σε αυτή την θεωρία, η καρδιά μου γέμισε από αγάπη
στον Χριστόν μας και δεν θυμόμουν τίποτε άλλο επίγειο».
Ποιά ήταν η πηγή από την οποίαν αντλούσε την χάριν και την δύναμιν, για να πολεμά τόσο γενναία με τα φοβερά δαιμόνια;
Ήταν
ο αυστηρός εγκλεισμός του νου, διά του οποίου απομάκρυνε κάθε λογισμό
εμπαθή. Απέκτησε από αυτό το άθλημα την οσιότητα και καθαρότητα της
ψυχής, η οποία του έδιδε αυτό το θάρρος και τη δύναμη να μάχεται με τα
δαιμόνια.
Αυτός
ο απόλυτος εγκλεισμός του χάρισε ακόμη και πολλή αγάπη προς τον Χριστόν
και την Παναγία μας και τον αξίωσε να τον κοινωνήσει ο Άγγελος του
Δεσποτικού Σώματος του Χριστού.
Συμπεράσματα
- Για να μη μετεωρίζεται ο νους χρειάζεται να εγκλείεται μέσα στη ψυχή και να παραμένει εκεί με νίψη και προσευχή. Το Όνομα του Ιησού Χριστού, επαναλαμβανόμενο νοερά, δίδει τη δυνατότητα και την πνευματική άνεση στο νου, να παραμένει στη ψυχή και να μην αποπηδά να εξέλθει εξ αυτής.
- Χρειάζεται εκτός από την νίψη και την προσευχή και η Χάρις του Αγίου Πνεύματος που θα σκεπάζει τον νου. Ευρισκόμενος ο νους υπό την φωτεινή νεφέλη της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, δεν μετεωρίζεται. Γίνεται επομένως συνεργασία της Θείας Χάριτος και της θελήσεως του ανθρώπου.
- Η χαρά, η ειρήνη και η αγάπη που αποκτά η ψυχή από την ενέργεια της ευχής ή μάλλον να πούμε καλύτερα, από τη Ζωοποιό χάριν του Αγίου Πνεύματος, κάνει τον νου να μη θέλει να αποσπασθεί από την ωραιότατη αυτή φυσική ένωση της ψυχής και του νου.
- Ο εγκλεισμός και κάθε είδος προσευχής είναι μέσα για να φθάσει και να ενωθεί η ψυχή με τον Θεό Πατέρα της. Όταν η ψυχή ζει εν Θεώ, δεν έχει καμία ανάγκη, δεν αισθάνεται καμία έλλειψη. Θέλει να παραμένει συνέχεια με τον Θεό Πατέρα και δημιουργό της. Αυτό είναι και η πραγματική θεολογία.
(«Πνευματικαί εμπειρίαι Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού», Ι.Μ.Καρακάλλου, Άγ. Όρος)
Μη ζητάς τίποτε άλλο, αυτό είναι. Αυτός είναι ο πολύτιμος ουράνιος θησαυρός. Απόλαυσέ τον!
Ο Γέροντας δεν μας έκανε πολλές διδασκαλίες η διαλέξεις περί Νοεράς προσευχής. Όχι ότι δεν μπορούσε, αφού ήταν πραγματικός επιστήμων της Νοεράς προσευχής, διάδοχος και συνεχιστής της Νηπτικής παραδόσεως, αλλά επειδή ήταν επιφυλακτικός, για να μην φουσκώση τα μυαλά μας με φαντασίες καταστάσεων που δεν είχαμε φθάσει.
Ολιγόλογες λακωνικές συμβουλές μας έδινε κατά την διάρκεια των νυκτερινών μας εξαγορεύσεων, υπό την μορφή υποδείξεων περισσσότερον, μα ήσαν πάντα μεστές ωφελείας.
Η στάσις του ήταν «προχώρα και εγώ σε παρακολουθώ». Και ο λόγος εγίνετο πράξις. Με την ευχή του Γέροντα κοπιάζαμε στην προσευχή. Και ερχόταν φορές να κάνουμε τρεις, τέσσερις, πέντε ώρες νοερά προσευχή, με σκυμμένο το κεφάλι, και τον νου κολλημένο μέσα στο βάθος της πνευματικής καρδιάς. Καμμιά φορά σήκωνα το κεφάλι να πάρω αέρα, αλλά η γλυκύτητα με τραβούσε πάλι μέσα στην καρδιά! Η ψυχή είχε γευθή και έλεγε:
«Μη ζητάς τίποτε άλλο, αυτό είναι. Αυτός είναι ο πολύτιμος ουράνιος θησαυρός. Απόλαυσέ τον!»
Αλήθεια! Πολλές φορές οι προσευχές του Γέροντός μου με βοήθησαν να αποκτήσω πνευματική αίσθησι της θείας Παρουσίας. Αλλά εμείς οι νεώτεροι ήταν αδύνατον να φθάσουμε τις πνευματικές πτήσεις του υψιπέτου Γέροντος Ιωσήφ.
Το πρώτο που ζητούσε ο Γέροντας, μόλις κάποιος αδελφός προσετίθετο στη συνοδεία μας, σαν πρώτη νουθεσία, σαν πρώτη βία ήταν: η σιωπή και η ευχή.
Παιδί μου, την ευχή. Θέλω να σ ἀκούω να λες την ευχή και όχι να αργολογής.
Ήξερε αυτός ο εμπειρότατος καθηγητής της Νοεράς προσευχής, ότι εάν ο αρχάριος σιωπήση και αδολεσχήση στην ευχή, θα βάλη καλή αρχή και θα έχη πλούσιες τις δωρεές του Θεού στο μέλλον, διότι, τόνιζε:
«Οφείλει ο μοναχός είτε τρώει είτε πίνει είτε κάθεται είτε διακονεί είτε περπατεί είτε κάνει ο,τιδήποτε να φωνάζη αδιαλείπτως το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Έτσι το όνομα του Κυρίου Ιησού κατερχόμενο στο βάθος της καρδιάς, θα ταπεινώση τον δράκοντα, θα σώση και θα ζωοποιήση την ψυχή. Να επιμένης, λοιπόν, αδιάλειπτα στην επίκλησι του ονόματος του Κυρίου Ιησού, για να καταπιή η καρδιά τον Κύριο και ο Κύριος την καρδιά και να γίνουν τα δύο ένα».
Και ο Γέροντας συνεχώς μας παρακολουθούσε στο να βιώνουμε την σιωπή με την προσευχή. Και γι αὐτό μας έλεγε:
Από εσάς δεν θέλω τίποτε. Εγώ θα μαγειρεύω, εγώ θα σας διακονώ. Από σας θέλω μόνο μέρα-νύχτα σιωπή, ευχή, μετάνοια και κυρίως δάκρυα. Τίποτε άλλο δεν θέλω, μόνο βία στην προσευχή και δάκρυα μέρα-νύχτα. Διότι, όταν ερχώμεθα από τον κόσμο, ο νους μας είναι πολύ φορτωμένος από πάθη, προλήψεις, σκέψεις, λογισμούς. Διαστροφές και τόνους εγωϊσμού και κενοδοξίας. Όλος αυτός ο κόσμος των παθών έχει και τους ανάλογους λογισμούς και φαντασίες. Εάν προσπαθήσουμε να κρατήσουμε τον νου αποσπασμένο και τραβηγμένο απ ὅλα αυτά, για να προσευχηθούμε, δεν μπορούμε να το κατορθώσουμε. Γιατί; Διότι είμαστε ψυχικά αδύναμοι και ο μετεωρισμός πολύ εύκολος. Και εφ ὅσον δεν μπορούμε νοερά να κρατήσουμε την προσευχή, κατά τους Πατέρας της Εκκλησίας, κατά την παράδοσι των Γερόντων μας και για λόγους υπακοής, προσπαθούμε να λέμε την ευχή προφορικά, για να μπορέσουμε έτσι με την φωνή της προσευχής να αποσπάσουμε τον νου από τον μετεωρισμό, ώστε σιγά-σιγά η ευχή να γλυκάνη τον νου και να τον αποσπάση από την κοσμική τροφή, κι ἔτσι σιγά -σιγά να τον κλείση μέσα στην καρδιά επικαλούμενος αδιαλείπτως το όνομα του Ιησού. Σ αὐτό θα βοηθήση πολύ το σταμάτημα της αργολογίας, για να καλύπτεται όλος ο χρόνος με προσευχή».
Επίσης μας έλεγε:
«Μόλις ανοίξετε τα μάτια, αμέσως την ευχή. Μην αφήσετε το μυαλό σας να πετάη εδώ και κεῖ και χάνετε την ώρα σας, που είναι πολύτιμη για την ευχή. Όταν έτσι βιάσετε τον εαυτό σας, θα σας βοηθήση κι ὁ Θεός να γίνη μία αγία συνήθεια με το άνοιγμα των ματιών, η προσευχή να παίρνη την πρώτη θέσι για όλη την ημέρα. Στην συνέχεια θα εργάζεσθε και θα λέτε την ευχή. Ευλογείται η εργασία, αγιάζεται το στόμα, η γλώσσα, η καρδιά, ο χώρος, ο χρόνος και όλος ο άνθρωπος, που προφέρει το όνομα του Χριστού. Ο μοναχός που λέει αδιαλείπτως την ευχούλα, οπλίζεται με τέτοια θεϊκή δύναμι, που καθίσταται απρόσβλητος από τους δαίμονες, αφού αυτή τους καίει και τους μαστιγώνει».
Λέγοντας την ευχή όλη την ημέρα με το στόμα είχε τόση χαρά η ψυχή μας, τόση κατάνυξι και τόσα δάκρυα, που δεν περιγράφονται. Πολλές φορές δε ερχόνταν τόση Χάρις από την προφορική ευχή, που ένοιωθε μέσα του ο ευχόμενος τόση θεία αγάπη, που ακόμα και ο νους του μπορούσε να αρπαγή σε θεωρία. Κι αὐτό επιβεβαιωνόταν και στο διακόνημα ακόμη, που κατά ανερμήνευτον τρόπο, ο νους δεν ήταν απλώς στην προσευχή, αλλά στη θεωρία του Θεού, στη θεωρία – εν αισθήσει – του άλλου κόσμου.
Αρπαζόταν ο νους ακόμα και όταν βοηθούσα τον Γέροντα, για να πάμε στην εκκλησία την νύχτα. Με το σώμα βοηθούσα τον Γέροντα, αλλά με τον νου μου δεν ήμουν κοντά του. Ο νους μου ήταν αλλού. Περιπολούσε στα ουράνια. Και πάλι συνερχόμουν και ένοιωθα ότι βρισκόμουν κοντά στον Γέροντα και τον παππού Αρσένιο. Και στη συνέχεια ξανά έφευγα, και νοερώς θαυμάζοντας έλεγα:
«Τι είναι η πνευματική ζωή!
Τι μεγαλείο είναι ο Μοναχισμός!
Πως μεταμορφώνει τον άνθρωπο;
Πως τον μεταποιεί;
Πως τον αλλάζει;
Πως καθιστά τον νου του τόσο ελαφρύ πνευματικά ώστε να ξεπερνά όλες τις δυσκολίες και να φθάνη μέχρις εκεί, που δεν μπορεί να εκφράση με λόγια!»
Όποια εργασία κι ἄν κάναμε, μας φώναζε ο Γέροντας:
«Παιδιά να λέτε την ευχή, να την φωνάζετε!»
Φυσικά, δεν εννοούσε να ουρλιάζουμε, αλλά να την λέμε με έντασι καρδιάς και να μην την σταματάμε καθόλου. Πράγματι, λέγαμε την ευχή ακατάπαυστα, απλά, ψιθυριστά, για να μην γίνεται θόρυβος και για να μην ενοχλούμε τον πλησίον αδελφό. Αλλά δεν την σταματούσαμε καθόλου, βράχνιαζε ο λάρυγγας και πονούσε η γλώσσα, αλλά η ευχή, ευχή.
Επειδή, λοιπόν, αγωνιζόμασταν προφορικά με την ευχούλα, μας αποκαλούσαν κενόδοξους και πλανεμένους. Μα, εμείς δεν το κάναμε για να μας ακούν οι άλλοι και να μας επαινούν. Δεν το κάναμε για να δείχνουμε ότι είμεθα άνθρωποι της προσευχής. Όχι!!! Αλλά διότι αυτός ήταν ένας τρόπος αγωνιστικότητας και μία μέθοδος προσευχής με πολλά αποτελέσματα:
Πρώτον, με το όνομα του Χριστού αγιάζεται η ατμόσφαιρα και φυγαδεύονται τα δαιμόνια.
Δεύτερον, όταν προσεύχεται κανείς ο άλλος εύκολα δεν τον πλησιάζει να αργολογήση. Το σκέπτεται. «Πως να τον σταματήσω τώρα, από την προσευχή και να καθίσω να του πω: Ξέρεις! Εκείνο, το άλλο, το παράλλο. Δεν θα μου δώση σημασία».
Τρίτον, σταματάει τον μετεωρισμό, δηλαδή την “αργολογία” του νου. Διότι κι ἐάν ακόμα ο νους ξεφύγη, πολύ σύντομα ο ήχος της φωνής τον επαναφέρει πίσω.
Τέταρτον, μπορεί ο αδελφός, ο οποίος ρεμβάζει η αργολογεί, να ανανήψη και να πη: «Μα ο αδελφός μου προσεύχεται, εγώ τι κάνω;»
Κι ἔτσι η προφορική επίκλησις, η ήσυχη, η ήρεμη, η χαμηλόφωνη, φέρνει τόσα καλά! Και ακούγεται το όνομα του Χριστού, όπως ακούγεται ο βόμβος των μελισσών, όταν μπαίνουν και βγαίνουν από την κυψέλη κάνοντας το μέλι, τόσο χρήσιμο και ωφέλιμο. Ούτω πως και το μέλι το τόσο πνευματικό σε ωφέλεια, γίνεται όταν φωνάζουμε, σαν άλλες πνευματικές μέλισσες το όνομα του Χριστού. Και ο Κύριος, που δίνει «ευχήν τω ευχομένω,» βλέποντας την καλή προαίρεσι του ανθρώπου, δίνει κατόπιν και τα βραβεία.
Και μετά, από την προφορική επίκλησι, η ευχή γίνεται εσωτερική. Ανοίγεται δρόμος μέσα στον νου και την λέγει κατόπιν ο ευχόμενος, χωρίς να κάνη προσπάθεια. Σηκώνεται από τον ύπνο και αμέσως αρίζει η ευχή μόνη της!
Πρώτα αρχίζει με την προσπάθεια να την λέη προφορικά. Και αφού με την μπουλντόζα της προφορικής επίκλησης ανοίξη ο δρόμος, μετά περπατά άνετα με το αυτοκινητάκι του νου. Η προφορική επίκλησις ανοίγει τον δρόμο στο νου και η ευχή αρχίζει κατόπιν να προφέρεται με τον ενδιάθετο λόγο άνετα.
Κι ἄν η ευχή προχωρή βαθύτερα και προοδευτικότερα, κάτι που ανήκει στους κατ ἐξοχήν μεγάλους νηπτικούς Πατέρες, ανοίγει πλέον όχι δρόμος αλλά κανονική λεωφόρος μέσα στην καρδιά. Όταν η καρδιά μελετά το όνομα του Χριστύ, τότε γίνεται το μεγάλο πανηγύρι, με μεγάλα οφέλη, με μεγάλα πνευματικά πλούτη. Τότε βρίσκει ο μοναχός τον κεκρυμμένο μαργαρίτη, τον πνευματικό θησαυρό και μοιάζει με τον σοφό έμπορο που αντάλλαξε τα πάντα: περιουσίες, μόρφωσι, κοσμική δόξα, οικείους, πατρίδα και τέλος ακόμα και τον ίδιο του τον εαυτό, για να αγοράση αυτόν τον κεκρύμμένο πολύτιμο μαργαρίτη και να γίνη πάμπλουτος πνευματικά. Αλλά ξεκινάει από μικροπωλητής. Γι αὐτό χρειάζεται η προφορική επίκλησις της ευχής.
Άμα δεν επιμέναμε στην προφορική ευχή και την σιωπή, σύμφωνα με την εντολή του Γέροντος, ο νους μας θα γύριζε όλα τα σοκάκια και θα έφερνε όλα τα κουπίδια της φαντασίας στην καρδιά.
Αν δεν μας έφερνε ο γλυκύτατος Θεός μας σ αὐτόν τον μεγάλο Γέροντα, μόνο ακολουθίες θα διάβάζαμε. Και ναι μεν οι ακολουθίες είναι εξαιρετικά ωφέλιμες για την πνευματική ασθένειά μας, αλλά δεν έχουν την δύναμι να κατευνάσουν τα πάθη, όπως η Νοερά προσευχή. Κι αὐτό για τρεις λόγους:
Πρώτον, διότι με την Νοερά προσευχή ο νους δεν περισπάται σε πολλά λόγια όπως στις ακολουθίες, αλλά συγκεντρώνεται μόνο σε λίγες λέξεις. Έτσι ο νους απορροφά την ευχή με περισσότερη άνεσι και εισέρχεται μαζί της μέσα στο βάθος της καρδιάς.
Δεύτερον, διότι την ευχούλα ο καθένας, ανεξαρτήτως μορφώσεως και πνευματικού επιπέδου , μπορεί να την λέγη. Ούτε γράμματα χρειάζεται να ξέρης ούτε το τυπικό ούτε μουσική. Έτσι είναι άμεσα προσπελάσιμη σ ὅλους.
Και τρίτον, διότι την ευχή μπορείς να την λες όλη μέρα και οπουδήποτε. Δεν υπάρχει τόπος, χρόνος η κατάστασις, κατά την οποία δεν μπορείς να προσευχηθής. Μα στην εκκλησία είσαι, μα στο κελλί σου είσαι, μα στην δουλειά είσαι, μα στον δρόμο είσαι, μα στο νοσοκομείο είσαι, μα στην φυλακή, η ευχούλα από τίποτα δεν εμποδίζεται, τα πάντα αγιάζει και τα δαιμόνια την φοβούνται.
Συνέβη το ακόλουθο γεγονός που ενίσχυσε μέσα μου την πίστι στην δύναμι και την αξία της προφορικής ευχής.
Κάποτε ήρθε κοντά μας ένας δαιμονισμένος. Καθώς δουλεύαμε μαζί, τον δίδαξα να λέη την ευχούλα προφορικά, κυρίως για να αποφύγω την αργολογία. Πράγματι άρχισε ο ασθενής να λέη την ευχούλα. Και πάνω που άρχισε να την λέη τον έπιασε το δαιμόνιο και φώναζε:
Πήγαινε στον Εσπερινό, άσε το κομποσχοίνιιιιι!
Ο ίδιος ο δαίμονας, δηλαδή, φανέρωσε πως με την ευχούλα μιλούμε δυναμικά με τον Θεό. Βέβαια, κανείς δεν πρέπει να πολυδίνη σημασία στα λόγια των δαιμόνων, και τούτο διότι οι δαίμονες είναι ψεύτες και ανθρωποκτόνοι και σπανίως λένε κάποια αλήθεια, αναμεμιγμένη με το ψεύδος και την απάτη. Έτσι έγινε φανερό πως τα δαιμόνια δεν συμπαθούν καθόλου να προφέρεται με ζέσι καρδιάς το όνομα του Χριστού μας.
Είναι γεγονός πως η ησυχαστική ζωή, που περιστρέφεται γύρω από την Νοερά προσευχή, είναι ο πιο ευλογημένος τρόπος ζωής. Για τους ησυχαστάς το κομποσχοίνι με την ευχούλα είναι πολύ πιο αποτελεσματική ως προς την ωφέλειά της από την ψαλτική της εκκλησίας. Τις εκκλησιαστικές ακολουθίες που τις θέσπισαν και τις νομοθέτησαν οι άγιοι Πατέρες, για την κοινή λάτρεία, δεν τις παραβλέπουν, αλλά τις κάνουν με κομποσχοίνι μέσα στις πολύωρες αγρυπνίες τους.
Ο Γέροντάς μου επέμενε στην προφορική ευχή. Δεν την σταματούσαμε καθόλου. Εγώ, μιας και συνήθως δεν ήταν κανείς κοντά μου, φώναζα την προσευχή. Και την έλεγα συνέχεια ώσπου ο λαιμός μου πονούσε. Του λέω:
Γέροντα, από την ευχή, πονάει το στόμα μου, η γλώσσα μου, έκλεισε ο λάρυγγάς μου είναι σαν πληγή.
Ας πληγώση! Δεν παθαίνεις τίποτα. Υπομονή! Μην την σταματάς καθόλου! Λέγε την. Ο πόνος θα φέρη την πνευματική ηδονή.
Αν δεν πονέσης καρπό προσευχής δεν θα δης. Αυτή θα σε βοηθήση. Θα σε παρηγορήση. Θα σε διδάξη. Θα σου γίνη φως. Θα σε σώση. «Κράξον και βόησον» την ευχή. Με προσευχή, νήψι και προσοχή ασφάλιζε τον νου σου. Η διάνοια σου όχι προς τα έξω, αλλά προς τα μέσα. Όχι λόγια, συμβουλές και κηρύγματα, αλλά πολύ-πολύ ταπεινά και με δάκρυα την προσευχή. Αυτή είναι η ουσία, αυτή είναι η Πατερική οδός, αυτή είναι των παπούδων σας η παραγγελία και η νουθεσία. Δες την με την πράξι. Γιατί αν δεν έχης πράξι, πως θα μιλήσης για ουράνια θεωρία;
Να ναι ευλογημένο. Αλλά με την εισπνοή και εκπνοή πονάει η καρδιά μου.
Δεν παθαίνεις τίποτε!
Όταν έλεγα την ευχή και προσπαθούσα να αποκλείσω κάθε σκέψι και κάθε εικόνα και να επικρατήση μόνον η ευχή μέσα μου, μου έλεγε, ο πειρασμός μέσω των λογισμών, ότι «θα σκάσης τώρα»! Και εγώ απαντούσα:
«Ας σκάσω κι ἄς πλαντάξω. Εδώ θα μάχωμαι μέχρι που να πεθάνω».
Όλη τη μέρα μας υπενθύμιζε ο Γέροντας:
«Κρατάτε την ευχή! Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με! Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με. Αυτή θα σας σώση. Το όνομα του Χριστού θα φωτίση τον νου σας, θα σας δυναμώση ψυχικά, θα σας βοηθήση στον πόλεμο εναντίον των δαιμόνων. Θα σας καλλιεργήση τις αρετές και θα σας γίνη τα πάντα».
Γι αὐτό και επέμενε πολύ, σε μας τους νεαρούς υποτακτικούς, στην πρακτική μέθοδο της προφορικής ευχής.
Καθώς η δική του ζωή ήταν μια συνεχής βία στο θέμα της προσευχής, έτσι επέμενε κι ἐμεῖς να βιάζουμε όσο μπορούμε τον εαυτό μας, για να βυθίζουμε το όνομα του Ιησού Χριστού μέσα στην καρδιά μας.
Αυτή ήταν η διδασκαλία του οσίου Γέροντός μας: να μας σπρώχνη να μας ωθή, να μας παρακολουθή και να μας θυμίζη συνεχώς να μνημονεύουμε με την ευχή το όνομα του Θεού αδιαλείπτως κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο «μνημονευτέον Θεού μάλλον η αναπνευστέον»1.
Τέλος και τη Τρισηλίω Θεότητι κράτος, αίνος και δόξα εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν.
Πηγή: (Απόσπασμα από το βιβλίο: “Ο Γέροντάς μου Ιωσήφ ο ησυχαστής και σπηλαιώτης” Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτου, Εκδόσεις Γ. Γκέλμπεσης), Αγάπη εν Χριστώ
agiosdimitrioskouvaras.blogspot.gr
Πως να κάνετε νοερά προσευχή αδιαλείπτως Γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής
Γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής
Η πράξη της νοεράς προσευχής είναι να βιάσεις τον εαυτόν σου να λέγεις συνεχώς την ευχή με το στόμα αδιαλείπτως.
Στην αρχή γρήγορα, να μην προφθάνει ο νους να σχηματίζει λογισμό μετεωρισμού.
Να προσέχεις μόνο στα λόγια: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».
Όταν αυτό πολυχρονίσει, το συνηθίζει ο νους και το λέγει και γλυκαίνεσαι ωσάν να έχεις μέλι στο στόμα σου και θέλεις να το λέγεις. Αν το αφήσεις στενοχωρείσαι πολύ.
Όταν το συνηθίσει ο νους και χορτάσει -το μάθει καλά- τότε το στέλνει στην καρδιά…
Επειδή ο νους είναι ο τροφοδότης της ψυχής και μεταφέρει στην καρδιά οτιδήποτε φαντασθεί.
Όταν ο ευχόμενος κρατεί τον νου του να μη φαντάζεται τίποτε, αλλά να προσέχει μόνο τα λόγια της ευχής τότε αναπνέοντας ελαφρά με κάποια βία και θέληση δική του τον κατεβάζει στην καρδιά, και τον κρατεί μέσα και λέγει με ρυθμό την ευχή, «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» …
Αν θέλεις να βρεις τον Θεό δια της «ευχής» δεν θα σταματάς ποτέ αυτήν την εργασία.
Όρθιος, καθήμενος, βαδίζοντας δεν θα μένεις χωρίς την ευχή.
Να μη βγαίνει πνοή χωρίς την ευχή για να εφαρμόζεται ο λόγος του Παύλου «αδιαλείπτως προσεύχεσθε, εν παντί ευχαριστείτε».
Εάν μπορέσεις να λέγεις την «ευχή» εκφώνως και συνέχεια, σε δύο-τρεις μήνες πιστεύω την συνηθίζεις και μετά πλησιάζει η Θεία Χάρις και σε ξεκουράζει…
Αρκεί να μη σταματήσεις να την λέγεις με το στόμα, χωρίς διακοπή.
Όταν την παραλάβει ο νους τότε θα ξεκουρασθείς με την γλώσσα να την λέγεις.
Όλη η βία είναι στην αρχή, έως ότου γίνει συνήθεια.
Κατόπιν θα την έχεις σ” όλα τα χρόνια της ζωής σου.
Μόνο κτύπα ευθέως την θύρα του θείου ελέους και πάντως ο Χριστός μας θα σου ανοίξει, εάν επιμένεις.
http://www.askitikon.eu/
Στην αρχή γρήγορα, να μην προφθάνει ο νους να σχηματίζει λογισμό μετεωρισμού.
Όταν αυτό πολυχρονίσει, το συνηθίζει ο νους και το λέγει και γλυκαίνεσαι ωσάν να έχεις μέλι στο στόμα σου και θέλεις να το λέγεις. Αν το αφήσεις στενοχωρείσαι πολύ.
Επειδή ο νους είναι ο τροφοδότης της ψυχής και μεταφέρει στην καρδιά οτιδήποτε φαντασθεί.
Όταν ο ευχόμενος κρατεί τον νου του να μη φαντάζεται τίποτε, αλλά να προσέχει μόνο τα λόγια της ευχής τότε αναπνέοντας ελαφρά με κάποια βία και θέληση δική του τον κατεβάζει στην καρδιά, και τον κρατεί μέσα και λέγει με ρυθμό την ευχή, «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» …
Αν θέλεις να βρεις τον Θεό δια της «ευχής» δεν θα σταματάς ποτέ αυτήν την εργασία.
Όρθιος, καθήμενος, βαδίζοντας δεν θα μένεις χωρίς την ευχή.
Να μη βγαίνει πνοή χωρίς την ευχή για να εφαρμόζεται ο λόγος του Παύλου «αδιαλείπτως προσεύχεσθε, εν παντί ευχαριστείτε».
Εάν μπορέσεις να λέγεις την «ευχή» εκφώνως και συνέχεια, σε δύο-τρεις μήνες πιστεύω την συνηθίζεις και μετά πλησιάζει η Θεία Χάρις και σε ξεκουράζει…
Αρκεί να μη σταματήσεις να την λέγεις με το στόμα, χωρίς διακοπή.
Όταν την παραλάβει ο νους τότε θα ξεκουρασθείς με την γλώσσα να την λέγεις.
Όλη η βία είναι στην αρχή, έως ότου γίνει συνήθεια.
Κατόπιν θα την έχεις σ” όλα τα χρόνια της ζωής σου.
Μόνο κτύπα ευθέως την θύρα του θείου ελέους και πάντως ο Χριστός μας θα σου ανοίξει, εάν επιμένεις.
http://www.askitikon.eu/
Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου 2019
Άγιον Όρος: Δεν σου είπα παλιοκαλόγερε να μην πεις το μυστικό μας στον Γέροντα;
«Δεν έχεις κανένα λογισμό να εξομολογηθείς;».
«Όχι, όχι πολύ καλά είμαι».
«Φώναξε γρήγορα τον πάτερ Γιάννη». Τον φωνάζω.
Έρχεται και του λέει ο Γέροντας αυστηρά:
«Θέλω να μου εξομολογηθείς τους λογισμούς σου».
«Μα Γέροντα δεν έχω τίποτε…».
Ο Γέροντας τον στρίμωξε: «δεν θα φύγεις, αν δεν εξομολογηθείς».
Τότε αναγκάστηκε να αρχίσει και να λέει μασημένα:
Ευλόγησον Γέροντα αλλά έχω εντολή από τον άγγελό μου να μην πω σε κανέναν τίποτα. Να, με την ευχή σου αξιώθηκα τον τελευταίον καιρό και προσεύχομαι με τον άγγελό μου μαζί.
Αλλά αφού με ανάγκασες ευκαιρία είναι να σχωρεθούμε για ότι τυχόν σου έφταιξα, διότι συμφωνήσαμε αύριο βράδυ να κατεβούμε μαζί στον παπα-Ματθαίον, να κοινωνήσω και μετά θα κατέβη ο προφήτης Ηλίας να παραλάβει με πύρινο άρμα την ψυχή μου».
Μόλις τον άκουσε ο Γέροντας του δίνει έναν μπάτσον πάνε και τα άρματα παν κι οι αναβάτες.
«Βρε πλανεμένε – του λέει- σ΄έβαλε ο μισόκαλος στο χέρι να σε ρίξει από κανέναν κρημνόν να πας εις την κόλασιν κι εσύ δεν μιλάς;».
«Μα Γέροντα είναι δυνατόν;».
«Περίμενε και θα δης αν είναι δυνατόν».
Το ίδιο βράδυ, την ώρα που είχε την επίσκεψη του «αγγέλου» να σου και του φανερώνεται – αυτήν την φορά όμως όχι μετασχηματισμένος σε άγγελον – αλλά πραγματικός ο πονηρός με κέρατα και του λέει αγριεμένα:
«Δεν σου είπα παλιοκαλόγερε να μην πεις το μυστικό μας στον Γέροντα;
Αχ και φθηνά μου την γλύτωσες. Εγώ καλά το κατάστρωσα να σε γκρεμίσω.
Μόλις άκουσε ο πάτερ Γιάννης έφριξε. Έτρεξε αμέσως στον Γέροντα και έπεσε στα πόδια του και τον ευγνωμονούσε.
Βλέπετε πόσος κίνδυνος υπάρχει όταν ο καλόγερος κρύβει τους λογισμούς του;
Από το βιβλίο Ο ΓΕΡΩΝ ΑΡΣΕΝΙΟΣ Ο ΣΠΗΛΑΙΩΤΗΣ
Σάββατο 7 Δεκεμβρίου 2019
Σε καιρό πειρασμού μην αφήνεις τη θέση σου Όσιος Ιωσήφ Ησυχαστής († 1959)
Και τώρα που νικήθηκες και έπεσες μία
φορά να είσαι άγρυπνος στο εξής σε αυτό το πάθος. Διότι ο πειρασμός
πάντοτε στέκει πλάϊ σου· και σ’ όποιον πόλεμο νικήθηκε μία φορά -και
εκατό χρόνια να περάσουν- μόλις έλθει ο άνθρωπος σ’ εκείνο το πράγμα,
που νικήθηκε την πρώτη φορά, αμέσως τον ρίχνει και πάλι.
Γι’ αυτό λέω σε σένα και σ’ όλους τους
αδελφούς, ότι σε κάθε πόλεμο του εχθρού πρέπει να βγεις νικητής. Ή να
πεθάνεις στον αγώνα· ή με το Θεό να νικήσεις. Άλλος δρόμος δεν υπάρχει.
Σε καιρό πειρασμού μη αφήνεις τη θέση
σου· μη λιποτακτήσεις· μη θελήσεις να δείξεις του άλλου το σφάλμα· μη
ζητήσεις το δίκαιο· αλλά σιωπώντας μέχρι θανάτου να περάσεις τον
πειρασμόν και την ταραχή.
Και, αφού περάσει ο πειρασμός και γίνει
τέλεια ειρήνη – είτε Γέροντας είσαι, είτε υποτακτικός- τότε δείξε χωρίς
πάθος τη ζημία και την ωφέλεια. Και έτσι οικοδομείται η αρετή.
Όλοι οι πειρασμοί και οι θλίψεις θέλουν
υπομονή, και αυτή είναι η νίκη τους. Σημείωσε τα ονόματα όσων υπέμειναν
έως θανάτου σε καιρό πειρασμού, που γίνεται στο στόμα το σάλιο τους αίμα
για να μη μιλήσουν. Αυτούς να τους έχεις σε μεγάλη ευλάβεια και να τους
τιμάς ως Μάρτυρες, ως Ομολογητές. Αυτούς, εγώ αγαπώ, και γι’ αυτούς
οφείλω να χύνω κάθε ημέρα και την τελευταία ρανίδα μου έν αγάπη Χριστού.
Διότι τον βλέπεις ότι υπομένοντας προτιμά μύριους θανάτους, παρά να
βγάλει από το στόμα του λόγο ψυχρό. Και, όταν τον πνίγουν οι άνθρωποι,
τον πνίγει το δίκαιο, τον πνίγει και ο εσωτερικός λογισμός· και αυτός
μαχόμενος ατονεί και πέφτει σαν νεκρός· και συνεχίζει να μάχεται νοερά
με τον πειρασμόν και παίρνει όλα τα βάρη επάνω του πονώντας και
στενάζοντας ως φταίχτης.
Λοιπόν τίποτε άλλο δεν επιθυμώ και τόσο πολύ αγαπώ, όσο να ακούω ότι κάνετε υπομονή στους πειρασμούς.
Επειδή ο Θεός, ως Ον αυτοδόξαστο, δεν
χρειάζεται την εργασία του ανθρώπου. Χαίρεται όμως και αγαπά, όταν για
την αγάπη Του μαρτυρούμε και πάσχουμε. Γι’ αυτό και μας στεφανώνει ως
αθλητές, μας χαρίζει πλούσια τη χάρη Του.
Ήθελα να κάνω τρεις λόγους, ή και
βιβλία, που το ένα να περιέχει μόνον αυτό: Ότι ο άνθρωπος είναι μηδέν·
και διαρκώς να φωνάζω ότι είμαι μηδέν. Το άλλο να γράφει: Ότι σε όλα
είναι ο Θεός αυτοδόξαστος. Και το τρίτο: Να έχεις σε όλα υπομονή μέχρι
θανάτου. Κι αν είσαι νέος, κι αν γέρασες, κι αν αγωνίσθηκες πολλά
χρόνια, εάν δεν κάνεις υπομονή μέχρι να βγει η ψυχή σου, σαν κουρέλι
θεωρούνται τα έργα σου ενώπιον του Θεού,
Λοιπόν γνώριζε τον εαυτό σου ότι είσαι
μηδέν. Αυτή είναι η ύπαρξή σου· μηδέν. Η καταγωγή σου είναι ο πηλός, και
η ζωτική δύναμή σου είναι η πνοή του Θεού. Όλα λοιπόν είναι του Θεού.
Γνώριζε τον εαυτό σου ότι είσαι μηδέν και έχε υπομονή στους πειρασμούς,
για να απαλλαγείς απ’ αυτούς, και να γίνεις θεός κατά χάριν· γιατί είσαι
η πνοή, το εμφύσημα του Θεού.
(Γέροντος Ιωσήφ, «Έκφρασις Μοναχικής Εμπειρίας», εκδ. Ι.Μ.Φιλοθέου, Άγ. Όρος, σ. 119-121- απόσπασμα σε νεοελληνική απόδοση.)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



